Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2008

Ο Μέγας Αλέξανδρος ως μορφή του Κακού στη ζωροαστρική παράδοση


Ο Μέγας Αλέξανδρος υπήρξε ικανότατος πολιτικός και στρατιωτικός ηγεμόνας, ο οποίος συνετέλεσε στην ριζική επέκταση του ελληνικού πολιτισμού στην Ασία. Ωστόσο, για μερίδα του περσικού πληθυσμού και κυρίως για το ιερατείο του ζωροαστρισμού, της εθνικής θρησκείας των Περσών, υπήρξε μορφή δαιμονική, καθώς θεωρήθηκε απεσταλμένος του Κακού. Η νοηματοδότηση αυτή του Αλεξάνδρου από τους αντιπάλους του είναι μία σχετικά άγνωστη πτυχή της ασιατικής εκστρατείας.

1. Η κατάκτηση της Περσικής Αυτοκρατορίας (331-326 π.Χ.)

Μετά την ήττα στα Γαυγάμηλα (331 π.Χ.), που σηματοδότησε την κατάλυση της Περσικής Αυτοκρατορίας, οι Πέρσες πέτυχαν μερική ανασύνταξη των δυνάμεών τους. Ο Δαρείος είχε δραπετεύσει προς τις ορεινές βορειοανατολικές περιοχές της Μηδίας, έχοντας μαζί του 3.000 ιππείς και 6.000 πεζούς. Σκόπευε να φθάσει στα Εκβάτανα, εκτιμώντας ότι θα ήταν ασφαλής σε εκείνη τη δύσβατη περιοχή-κοιτίδα του αρχαίου περσικού βασιλείου. Πίστευε ότι ο Αλέξανδρος δεν θα τον ακολουθούσε εκεί και θα προτιμούσε να στραφεί προς τη Βαβυλώνα με τα πλούτη της και τη μεγάλης στρατηγικής σημασίας θέση της. Ο Αλέξανδρος βάδισε όντως προς τη Βαβυλώνα, όπου ο σατράπης Μαζαίος, προτίμησε να παραδώσει την πόλη στους Μακεδόνες, ώστε να αποφύγει άσκοπες απώλειες.
Ο μακεδονικός στρατός παρέμεινε επί έναν μήνα στην Βαβυλώνα αναπαυόμενος και ανασυντάσσοντας τις δυνάμεις του. Η περσική αρχή είχε καταλυθεί. Πλέον η κατάκτηση των ανατολικών σατραπειών θα εξαρτάτο από αναμέτρηση με τοπικές δυνάμεις, οι οποίες ήταν πιο πρόθυμες να πολεμήσουν για την εθνική τους ανεξαρτησία απ’ ό,τι οι υπήκοοι του Δαρείου για την διατήρηση της περσικής αρχής. Στα τέλη του 331 π.Χ. ο Αλέξανδρος κατευθύνθηκε ανατολικά, προς τα Σούσα, πρωτεύουσα του περσικού κράτους.
Ο Αλέξανδρος επεδίωκε να θέσει υπό τον έλεγχο του στρατού τα υψηλά ποσά στο αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο των Σουσών. Μία μακεδονική προφυλακή υπό τον φιλόξενο είχε ήδη φθάσει στην πόλη. Ο σατράπης Αβουλίτης παρέδωσε χωρίς προβλήματα την πόλη και τους θησαυρούς της, 9.000 τάλαντα χρυσού, 50.000 τάλαντα αργύρου και 5.000 τάλαντα πορφύρας. Εκεί ευρέθησαν, επίσης, πολλά από τα λάφυρα, που είχαν αποκομίσει οι Πέρσες τον 5ο αιώνα κατά τους Μηδικούς Πολέμους. Η κατάληψη των Σουσών σηματοδοτούσε άλλη μία αποφασιστική καμπή του πολέμου, την κυρίευση της πρωτεύουσας του αντιπάλου. Απέμενε, βεβαίως, η πόλη της Περσέπολης, που αποτελούσε το ιδεολογικό τρόπον τινά κέντρο της αυτοκρατορίας.
Ο μακεδονικός στρατός παρέμεινε στην πόλη επί τέσσερις μήνες, προτού όμως αποχωρήσει, οργάνωσε την ολική πυρπόληση και καταστροφή των ανακτόρων, συμβόλου της περσικής εξουσίας, και την εκτεταμένη λεηλασία της πόλης. Από τα θησαυροφυλάκια της πόλης συγκεντρώθηκαν 120.000 τάλαντα, τα στρατηγικά χρηματικά αποθέματα της αυτοκρατορίας. Οι Πέρσες στερήθηκαν έτσι τις οικονομικές δυνατότητες στρατολόγησης σημαντικών νέων δυνάμεων. Η προμελετημένη καταστροφή της Περσέπολης ήταν απαραίτητη από τακτικής άποψης, ως πολιτική διακήρυξη της κατάλυσης της περσικής αρχής. Η ενέργεια πιθανόν σχετίζεται και με την έλλειψη διατυπωμένων προτάσεων ανακωχής εκ μέρους του Δαρείου, που συνέχιζε τον πόλεμο κατά των εισβολέων. Η κατάλυση της περσικής αρχής δεν θα θεωρείτο ολοκληρωμένη, αν δεν συλλαμβανόταν ο αυτοκράτορας, αφού άλλωστε οι ανατολικές σατραπείες παρέμεναν πιστές στην περσική αρχή και κινητοποιούνταν στρατιωτικά. Ως γεγονός, πάντως, η πυρπόληση της Περσέπολης τάραξε βαθιά τους Πέρσες, πολλοί εκ των οποίων συσπειρώθηκαν στις τάξεις του Δαρείου, αποφασισμένοι για αντίσταση κατά των εισβολέων.
Ο μακεδονικός στρατός συγκρότησε μία ευκίνητη δύναμη, που θα αναλάμβανε την καταδίωξη και σύλληψη του φυγάδα αυτοκράτορα. Ο τελευταίος, ωστόσο, συνελήφθη από μερίδα των Περσών αξιωματούχων υπό τους Βήσσο, Ναβαρζάνη και Βαρσαέντη. Ο Βήσσος τελικά δολοφόνησε τον Δαρείο, έχοντας προηγουμένως ανακηρυχθεί νέος αυτοκράτορας, εξασφαλίζοντας τη συναίνεση των στρατευμάτων των ανατολικών σατραπειών. Ο Αλέξανδρος διέταξε την τιμητική ταφή του Δαρείου στην Περσέπολη, όπου θάβονταν τα μέλη της περσικής δυναστείας. Η κίνησή του αυτή, εκτός από απότιση τιμής προς τον αντίπαλό του, ήταν και μία πολιτική πράξη, αφού δεν αναγνώριζε δικαιώματα αρχής στον Βήσσο, αλλά τον αντιμετώπιζε ως στασιαστή. Τα επόμενα έτη (330-328 π.Χ.) συνεχίστηκαν οι επιχειρήσεις που κατέληξαν στην υποταγή και τον έλεγχο και των ανατολικών σατραπειών. Την περίοδο 327-326 π.Χ. ολοκληρώθηκε η εκκαθάριση της Βακτρίας από τις τελευταίες εστίες αντίστασης.

2. Η μακεδονική αρχή και η αντίθεση των οπαδών του ζωροαστρισμού

Τα νέα νομίσματα, που εξέδωσε η μακεδονική αρχή μετά το 330 π.Χ., θεωρήθηκαν από σημαντικό τμήμα του περσικού πληθυσμού ότι ενείχαν προσβλητικό περιεχόμενο. Η παράστασή τους απεικόνιζε τον νέο αυτοκράτορα, τον Αλέξανδρο, ως Ηρακλή, ενδεδυμένο δηλαδή την χαρακτηριστική λεοντή. Η εικονογραφική αυτή σύμβαση ήταν συνήθης για τις αρχές του μακεδονικού βασιλείου, όπου ο Ηρακλής, ήρωας των Δωριέων, τιμάτο ως προπάτορας των Μακεδόνων. Για τους Πέρσες, όμως, μία τέτοια παράσταση έφερε μία εντελώς διαφορετική σημασία, ιδιαίτερα αρνητική. Ο Αλέξανδρος θύμιζε κατ’ αυτόν τον τρόπο έναν από τους δαιμονικούς βοηθούς του Αριμάν (Angra Mainyu), του εχθρικού πνεύματος, αιωνίου αντιπάλου του Αχουρα-Μάζδα. Ο λέων, επομένως, ήταν σύμβολο του Κακού, αφού ήταν ένα άγριο ζώο, που κατοικούσε στις ερήμους και τις αχανείς εκτάσεις, που στοίχειωνε ο δαιμονικός Αριμάν. Η απεικόνιση των Περσών βασιλέων να κυνηγούν λιοντάρια ήταν ιδιαίτερα συνηθισμένη στην περσική τέχνη της περιόδου των Αχαιμενιδών. Στην ίδια την σφραγίδα του Δαρείου Α’ υπήρχε η παράσταση αυτή, που εκτός από την πολεμική νοηματοδότησή της ενείχε και σαφή θεολογική σημασία, αφού ο βασιλιάς εξασφάλιζε την επικράτηση των δυνάμεων του Καλού. Στις ίδιες παραστάσεις απεικονίζεται επίσης ο αγαθοποιός Αχουραμάζδα να υπερίπταται προστατεύοντας τον βασιλέα. Ορισμένοι Πέρσες αξιωματούχοι, που είχαν συμβιβαστεί με την ελληνική εισβολή, όπως ο Αρτάβαζος, ο Βαρσίνης, ο Φαρνάβαζος, ο Βαγώας και ο Αμμινάπης, προσπάθησαν να εξηγήσουν στους αντιτιθέμενους Πέρσες ότι η παράσταση ήταν συνηθισμένη και ότι δεν πρόκειτο για ηθελημένη προσβολή εκ μέρους των νέων, μακεδονικών αρχών.
Οι σχέσεις του Αλεξάνδρου με τους λεγόμενους Μάγους, τους επίσημους ιερείς της ζωροαστρικής λατρείας, ήταν μάλλον περίπλοκες. Στις ελληνικές πηγές αναφέρονται ότι παρίσταντο ακόμη και στην αυλή του Αλεξάνδρου, εκτελώντας ανεμπόδιστα τις τελετουργίες τους. Μία τέτοια ιστορική εικόνα συμφωνεί με την ευρύτερη πολιτική ανοχής των θρησκευτικών παραδόσεων των υποτελών λαών της νέας αυτοκρατορίας, που επεδίωκε να εγκαινιάσει ο Αλέξανδρος. Αναφέρεται, άλλωστε, ότι ο Αλέξανδρος ζήτησε σχετικές συμβουλές από εξέχοντα μέλη του περσικού ιερατείου. Συνεπώς, η συνεργασία με τμήμα, τουλάχιστον, της ανώτατης θρησκευτικής τάξης προβάλλει ως ισχυρή πιθανότητα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η πληροφορία που παραδίδει ο Διογένης ο Λαέρτιος, ο οποίος στο έργο του Βίοι φιλοσόφων αναφέρει ότι ο διδάσκαλος του Μακεδόνα στρατηλάτη, ο Αριστοτέλης είχε συγγράψει κείμενο για τους μάγους. Το κείμενο αυτό, που έχει χαθεί, πιθανότατα περιείχε περιγραφή των βασικών αρχών της ζωροαστρικής θρησκείας και των τελετουργικών της πρακτικών.

3. Οι μαρτυρίες των περσικών παραδόσεων


Οι πηγές της ζωροαστρικής θρησκευτικής παράδοσης, πάντως, παρουσιάζουν μία εντελώς διαφορετική εικόνα. Εμφανίζουν, μάλιστα, αξιοσημείωτη ομοφωνία ως προς το γεγονός της θρησκευτικής καταδίωξης των οπαδών του ζωροαστρισμού από τους Μακεδόνες. Ο Μέγας Αλέξανδρος, ο οποίος χαρακτηρίζεται σε ένα κείμενο «μανιώδης κακούργος, που ήλθε για να φέρει κακό» (Ντένκαρντ 8, 20), δεν θεωρείτο απλώς ως συνεργάτης των δαιμονικών δυνάμεων, που αντιπροσώπευε ο Αριμάν, αλλά και ως μία από τις συμφορές, που είχε αποστείλει ο Αριμάν στην γη, για να καταστρέψουν ό,τι ήταν σωστό, καλό και δίκαιο. Στον Μακεδόνα βασιλιά και νέο αυτοκράτορα αποδόθηκε το προσωνύμιο ‘Γκούζασταγκ’, δηλαδή ‘Καταραμένος’. Ο όρος δεν συνιστούσε απλώς μία επιτιμητική αναφορά, αλλά ενείχε και θεολογικές διαστάσεις, αφού έως τότε είχε χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για να προσδιορίσει τον Αριμάν. Με μία τέτοια οπτική ο Αλέξανδρος καθίστατο ένα είδος καταστροφικού μεσσία, μορφή κατά κάποιον τρόπο αντίστοιχη με τον Αντίχριστο της χριστιανικής παράδοσης.
Είναι ιδιαίτερα πιθανό ορισμένα σημεία αποκαλυπτικού χαρακτήρα στο φιλολογικό σώμα της Αβέστα, του κύριου ιερού βιβλίου του ζωροαστρισμού, να συντέθηκαν κατά την διάρκεια της βασιλείας του Αλεξάνδρου στην Περσία (330-323 π.Χ.) Ορισμένοι μελετητές θεωρούν ότι μία σημαντική μερίδα του περσικού πληθυσμού δεν είχε αποδεχτεί ως επιβεβαιωμένο γεγονός τον θάνατο του Δαρείου. Θεωρούσαν, μάλιστα, ότι θα επέστρεφε με τον στρατό του, για να εκδιώξει τους Έλληνες εισβολείς. Στοιχεία για μία τέτοια λαϊκή πεποίθηση απαντούν σε ένα κείμενο σε σφηνοειδή γραφή από την Βαβυλώνα, γνωστό ως η Δυναστική προφητεία. Το κείμενο, βεβαίως, είναι αρκετά αποσπασματικό και δεν είναι τεκμηριωμένο με σαφήνεια ότι ο βασιλιάς, στον οποίον αναφέρεται ταυτίζεται με τον Δαρείο Γ’.
Τα γεγονότα των θρησκευτικών διώξεων περιγράφονται σε ένα θρησκευτικής υφής κείμενο, ένα αποκαλυπτικό όραμα του Παραδείσου και της Κόλασης, το λεγόμενο Βιβλίο του Άρδα Βιράζ. Το κείμενο αρχικά αποδιδόταν σε έναν λόγιο της μεταχριστιανικής εποχής, του 3ου ή 4ου αιώνα μ.Χ., πλέον όμως εντοπίζεται χρονολογικά στο δέυτερο ήμισυ του 2ου αιώνα π.Χ., περί το 140 π.Χ. Στο κείμενο (Άρδα Βιράζ, 1-17) αναφέρονται χαρακτηριστικά τα εξής: «Λένε ότι μία φορά και έναν καιρό ο ευσεβής Ζαρατούστρα διέδωσε στον κόσμο την θρησκεία, που είχε λάβει. Και για τριακόσια χρόνια η θρησκεία παρέμεινε αγνή και οι άνθρωποι δεν είχαν αμφιβολίες. Όμως μετά το καταραμένο Κακό Πνεύμα, ο Δαιμόνιος, για να ενσπείρει στους ανθρώπους αμφιβολίες για αυτήν την θρησκεία, παρακίνησε τον καταραμένο Αλέξανδρο, τον δυτικό [Ρωμαίο στο πρωτότυπο] που κατοικούσε στην Αίγυπτο, ώστε αυτός ήλθε στην χώρα του Ιράν και έφερε μεγάλη αιματοχυσία και πόλεμο και καταστροφή. Σκότωσε τον αυτοκράτορα του Ιράν [ενν. τον Δαρείο Γ’ Κομμοδανό] και κατέστρεψε την μητρόπολη [Περσέπολη] και την αυτοκρατορία, τις οποίες ερήμωσε.
Και αυτή η θρησκεία, δηλαδή, όλες οι ιερές παραδόσεις της Αβέστα και του Ζαντ, που είχε γραφεί σε επεξεργασμένα δέρματα αγελάδων, με χρυσό μελάνι, αποθηκεύτηκε στα αρχεία, στην Ιστάκρ [Περσέπολη]. Η εχθρότητα του κακότροπου, ύπουλου Άσεμοκ [αιρετικός] που πράττει το κακό, έφερε τον Αλέξανδρο, τον δυτικό, που κατοικούσε στην Αίγυπτο, και όταν έφθασε έκαψε όλα τα αρχεία. Και εκτέλεσε αρκετούς υψηλόβαθμους ιερείς και δικαστές, καθώς και ηγέτες των Μάγων, ακόμη και πιστούς αυτής της θρησκείας, τους ικανούς και σοφούς άνδρες της χώρας του Ιράν.
Και διέσπειρε μίσος και έριδες μεταξύ των ευγενών και των ανθρώπων της χώρας του Ιράν. Και αφού κατέστρεψε τον εαυτό του [ενν. τον θάνατο του Αλεξάνδρου από οινοποσία] κατέληξε στην Κόλαση. Και μετά από αυτά τα γεγονότα υπήρξε σύγχυση και διαμάχη ανάμεσα στους ανθρώπους της χώρας του Ιράν, καθώς ο ένας στρεφόταν κατά του άλλου. Και έτσι δεν είχαν κύριο ούτε άρχοντα ούτε τοπικό ηγεμόνα ούτε υψηλόβαθμό ιερέα που να γνωρίζει τις διατάξεις της θρησκείας και ήσαν πλήρεις αμφιβολιών για τον Θεό. Και ως αποτέλεσμα αναπτύχθηκαν μεταξύ των ανθρώπων θρησκείες πολλών ειδών και διάφορες πεποιθήσεις και εμφανίστηκε ο σκεπτικισμός».
Η ζωροαστρική λατρεία γνώρισε νέα άνθηση κατά την παρθική αυτοκρατορία. Οι επικεφαλής άρχοντες διέταξαν να γίνει εμπεριστατωμένη έρευνα για πιθανά υπολείμματα των ιερών γραφών, που θα είχαν διασωθεί από την καταστροφή. Στο κείμενο Ντενκάρντ (4.14-16) αναφέρεται: «Όταν ο βασιλιάς Υστάσπης αποδεσμεύτηκε από τον πόλεμο με τον Αριάσπη, απέστειλε μηνύματα σε άλλους βασιλείς, ζητώντας τους να αποδεχτούν την [ζωροαστρική] πίστη και να διαδώσουν τα κείμενα της θρησκείας […]Ο Δαρείος, υιός του Δαρείου [Γ’ Κομμοδανού] διέταξε την διατήρηση δύο αντιγράφων ολόκληρου του κειμένου της Αβέστα και των σχολίων που την συνόδευαν, ακριβώς όπως παραδόθηκε στον Ζαρατούστρα από τον Αχουραμάζδα. Το ένα αντίγραφο τοποθετήθηκε στην Γκάντζ-ι-Χάπιγκαν [Ganj-i-hapigan] και το άλλο στην Ντεζ-ι-Νάπεστ [Dez-i-Napesht]. Η δυναστεία, που ίδρυσε ο Ασκ [Αρσάκης] συνέλεξε την Αβέστα και τα σχόλιά της. Τα γραπτά κείμενα δεν διατηρούσαν την αρχική αγνή και ακέραια κατάστασή τους. Είχαν χωριστεί σε κομμάτια και διασκορπιστεί από τις αρχικές τοποθεσίες τους λόγω της καταστροφής και των συμφορών που επέφερε ο Αλέξανδρος και οι στρατηγοί του. Και κάθε έργο, που είχε παραμείνει στην κυριότητα των υψηλόβαθμων ιερέων για προσωπική τους μελέτη, καθώς και τα γραπτά που αποκτήθηκαν στην πόλη, διατάχθηκε να συντηρηθούν κατάλληλα και να προετοιμαστούν αντίγραφά τους για να μεταφερθούν και σε άλλες πόλεις».
Υπάρχουν εμφανείς ανακρίβειες και αναληθή στοιχεία στις ζωροαστρικές αυτές παραδόσεις. Αν και υφίστανται ενδείξεις ότι μία πρώιμη εκδοχή του κειμένου της Αβέστα υπήρχε ήδη από την περίοδο των Αχαιμενιδών (αναφέρεται στο Βιβλίο του Άρδα Βιράζ), ενώ και στοιχεία για ύπαρξη ιερών κειμένων απαντούν και κατά την εποχή της Παρθικής Αυτοκρατορίας. Ωστόσο η συγγραφή του κύριου σώματος των ζωροαστρικών κειμένων, όπως αυτά μας έχουν διασωθεί, τοποθετείται χρονολογικά στον 6ο αιώνα μ.Χ. Κατά την εποχή του Αλεξάνδρου, στην οποία αναφέρονται τα υποτιθέμενα γεγονότα των θρησκευτικών διώξεων, πιθανότατα υπήρχαν κάποιες ατελείς καταγραφές των βασικών αρχών της ζωροαστρικής θρησκείας. Οι περισσότεροι ιερείς, πάντως, ή πιστοί της θρησκείας απομνημόνευαν κάποιες τυπικές φόρμες κειμένων, τις οποίες μεταβίβαζαν στις επόμενες γενιές. Εάν η καταδίωξη των ιερέων του ζωροαστρισμού είναι γεγονός, τότε φαίνεται ότι δεν υπήρξε ιδιαίτερα αποτελεσματική, αφού κάποιοι τουλάχιστον διέφυγαν και διέσωσαν την πίστη των Περσών.
Η καταδίωξη των Ζωροαστρών παρουσιάζεται στα περσικά κείμενα, που ακολούθησαν την ελληνική κατάκτηση, ως βέβαιο και διαπιστωμένο γεγονός, που δεν χρειαζόταν περαιτέρω επεξήγηση. Στο Μέγα Μπούνταχισν αναφέρεται ότι ο Μακεδόνας βασιλιάς «έσβησε πολλές ιερές πυρές» (33.14). Σε ένα άλλο κείμενο της ζωροαστρικής θρησκείας, χρονολογούμενο από την εποχή της δυναστείας των Παχλαβί, αναφέρεται ότι «ο καταραμένος Αλέξανδρος, όταν έφθασε στο Ιράν, συνέλαβε και εκτέλεσε όσους έφεραν τα ενδύματα των Μάγων». Σύμφωνα πάντα με το κείμενο ορισμένοι άνδρες και παιδιά κρύφθηκαν προσωρινά από τις ελληνικές διώξεις και αργότερα κατέφυγαν στο Σιστάν, την Δραγγιανή, στην ανατολική Περσία, κοντά στην Ινδία. Αυτοί μετέφεραν την γνώση συγκεκριμένων έργων του συνόλου της Αβέστα, γνωστών ως νασκ. Τα νασκ αυτά τα απομνημόνευαν ολόκληρα γυναίκες και παιδιά, καθώς η μία γενιά τα μετέδιδε στην άλλη. Και με αυτόν τον τρόπο η πίστη διατηρήθηκε και αποκαταστάθηκε στην περιοχή του Σιστάν και διαδόθηκε αργότερα εκ νέου σε τμήματα της Περσίας και Ινδίας.
Η αντίφαση των παραδόσεων σχετικά με τη στάση του Αλεξάνδρου έναντι των ιερέων ερμηνεύεται χωρίς δυσκολίες από την διφορούμενη στάση των ιδίων των Περσών ιερέων έναντι του γεγονότος της ελληνικής κατάκτησης. Μία σημαντική μερίδα τους φαίνεται ότι αποδέχτηκε χωρίς ιδιαίτερες αντιρρήσεις τη νέα κατάσταση και προσαρμόστηκε στην πολιτική συμφιλίωσης και συνδιαλλαγής με τους ηττημένους Πέρσες, που πρέσβευε ο Αλέξανδρος. Ένα άλλο τμήμα, ωστόσο, επέλεξε τον δρόμο της ενεργούς αντίστασης, ελπίζοντας σε πιθανή ανασύνταξη των περσικών στρατιωτικών δυνάμεων ή την υποκίνηση αναταραχών από τις ανατολικές σατραπείες της αυτοκρατορίας. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι οι αντιτιθέμενοι αυτοί ιερείς κατέφυγαν ακριβώς στις ανατολικές επαρχίες της καταρρέουσας Περσικής Αυτοκρατορίας, στην προσπάθειά τους να διασώσουν το αυστηρό τυπικό της πίστης τους. Με δεδομένη την συμφιλιωτική τακτική των Μακεδόνων έναντι των Περσών, στάση που βεβαίως συναντούσε αντιδράσεις μεταξύ των Μακεδόνων αξιωματούχων, η στάση των φανατικών Περσών ιερέων κρίνεται μάλλον υπερβολική.
Τα ιερά κείμενα την περίοδο εκείνη συνήθως απομνημονεύονταν ολόκληρα από την τάξη των ιερέων, οι οποίοι λειτουργούσαν ως η ζωντανή συλλογική μνήμη της λαϊκής κοινότητας. Ο θάνατος ενός μάγου σήμαινε την απώλεια τμήματος των παραδόσεων και θεωρείται βέβαιο ότι αρκετές από τις αρχαίες περσικές παραδόσεις χάθηκαν γι’ αυτόν τον λόγο. Τα σημαντικότερα, πάντως, κείμενα του ζωροαστρισμού, δηλαδή οι λεγόμενες Γέθες (Gâthâ), η σύνθεση των οποίων αποδίδεται στον ίδιο τον προφήτη Ζαρατούστρα, διασώθηκαν στο μεγαλύτερο τμήμα τους. Η καταφυγή των Ζωροαστρών στην περιοχή της Δραγγιανής (σημερινή επαρχία Σιστάν) επέτρεψε την διατήρηση της θρησκείας και την μεταγενέστερη αναβίωσή της. Η Δραγγιανή ήταν μία δυσπρόσιτη περιοχή, στο εσωτερικό των ανατολικών επαρχιών, όπου οι Ζωροάστρες κατάφεραν να συνεχίσουν την λατρεία τους.
Άλλες ομάδες Ζωροαστρών αναφέρεται ότι κατέφυγαν στα δυσπρόσιτα όρη της βόρειας Μηδίας, στην επικράτεια του σατράπη Ατροπάτη, η οποία εκτεινόταν γύρω από την Ματιανή λίμνη (σημερινή Ούρμια, στα δυτικά σύνορα της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν). Ο Ατροπάτης (ελληνική ονομασία) είναι γνωστός στις περσικές πηγές ως Μαρσπεντάν (Marspendan), όρος που σημαίνει ‘φύλακας της ιεράς πυράς’. Ο Ατροπάτης, που ήταν σατράπης συνεχώς από το 327 π.Χ., τήρησε εφεκτική στάση έναντι των Μακεδόνων κατακτητών και μπόρεσε να διατηρήσει την αρχή του, εντασσόμενος στο σύστημα υποτελών ηγεμόνων, που οικοδομούσε ο Αλέξανδρος στις ανατολικές επαρχίες της δημιουργουμένης μακεδονικής αυτοκρατορίας. Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου ο Ατροπάτης επέδειξε τάσεις αυτονόμησης από την μακεδονική εξουσία, ιδρύοντας ανεξάρτητο βασίλειο, την Μηδία Ατροπατηνή, στη σημερινή περσική επαρχία Αζαραμπιγιάν (Âzarabyjân). Τελικά το 321 π.Χ., με την διοικητική αναδιανομή των επαρχιών, που πραγματοποίησε ο Αντίπατρος, η αρχή του Ατροάτη καταργήθηκε. Στην περιοχή αυτή, που λειτούργησε ως θύλακας, η ζωροαστρική θρησκεία επεβίωσε κατά τους μεταγενέστερους αιώνες, διατηρούμενη έως και τις μέρες μας.

Βλ. ενδεικτικά τα εξής:

E.N. Borza, 'Fire from Heaven: Alexander at Persepolis', CPh 67 (1972), 233-45

P.A. Brunt, 'Persian Accounts of Alexander's Campaigns', Classical Quarterly 56 (1962), 141-55

R.D. Milns, 'Alexander's Pursuit of Darius through Iran', Historia 15 (1966), 256-81
A. Shapur Shahbazi, 'Iranians and Alexander', American Journal of Ancient History n.s. 2 (2003), 5-38

R.J. van der Spek, 'Darius III, Alexander the Great and Babylonian scholarship', Achaemenid History 13 (2003), 289-346

Το κείμενο προέρχεται από το υπό συγγραφή βιβλίο Ιστορία του Κακού