Κυριακή, 5 Ιουνίου 2011

Ενδείξεις αντισυνταγματικότητας του Ν. ३८38/10



Στο εσωτερικό του έθνους-κράτους η ταύτιση του πολιτικού σώματος με τον λαό συνιστά θεμελιώδη αρχή του δημοκρατικού πολιτεύματος। Τόσο η μαξιμαλιστική πολυπολιτισμικότητα όσο και η άκριτη απόδοση δικαιώματος ψήφου σε αλλοδαπούς πολίτες λειτουργεί κατά τρόπο αντισυνταγματικό και αντιδημοκρατικό, καθώς υπονομεύει θεμελιώδεις παραδοχές της δημοκρατίας και του κοινωνικού κράτους, ενώ αναιρεί την ίδια την έννοια του λαού ως θεμελίου της πολιτικής κυριαρχίας.[1] Ο Δημήτρης Τσάτσος αναφέρει χαρακτηριστικά για την
αντισυνταγματικότητα της απόδοσης δικαιώματος ψήφου στους αλλοδαπούς μετανάστες: «Αντίθετα, εμείς πιστεύουμε πως το Σύνταγμα και αυτό το δικαίωμα το επεφύλαξε μόνο στους Έλληνες πολίτες. […] Η αναγνώριση τέτοιων δικαιωμάτων στους αλλοδαπούς προϋποθέτει συνταγματική μεταβολή. Τελικά η συνταγματική μεταβολή που θα ήταν αναγκαία για την αναγνώριση ενός τέτοιου δικαιώματος για τους αλλοδαπούς δεν συντελέσθηκε».[2]
Το άρθρο 29, παρ.1 του Συντάγματος απονέμει το δικαίωμα ίδρυσης και συμμετοχής σε πολιτικά κόμματα μόνον σε Έλληνες πολίτες, οι οποίοι διαθέτουν το δικαίωμα του εκλέγειν. Είναι, επομένως, σαφές ότι «δεν είναι νοητό να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας η συμμετοχή στην άσκηση της κρατικής εξουσίας υπηκόων ενός αλλοδαπού κράτους, δηλαδή ατόμων που υπόκεινται σε μια άλλη εξουσία από εκείνη που συνδιαμορφώνουν με τη συμμετοχή τους σε πολιτικά κόμματα της ξένης προς αυτούς χώρας».[3]
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο άξια μνείας είναι η απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας το 1994, βάσει της οποίας το δικαίωμα του εκλέγειν σε όλα τα επίπεδα λήψης αποφάσεων αποτελεί αποκλειστικό δικαίωμα των πολιτών. Αντίστοιχες αποφάσεις έχουν ληφθεί και στην Αυστρία, την Γαλλία και την Ιταλία. Το δικαίωμα του εκλέγειν, άλλωστε, συνιστά αποκλειστικό δικαίωμα των πολιτών των κρατών στα περισσότερα, δεκατρία (13) τον αριθμό, κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης: στην Αυστρία, στην Βουλγαρία, στην Γαλλία, στην Γερμανία, στην Ελλάδα, στην Ιταλία, στην Κύπρο, στην Λετονία, στην Λιθουανία, στην Μάλτα, στην Ουγγαρία, στην Πολωνία, και την Ρουμανία.[4] Στα υπόλοιπα κράτη το δικαίωμα του εκλέγειν δεν ισχύει κατά τρόπο ταυτόσημο σε όλα τα κράτη, αλλά παρατηρούνται σημαντικές αποκλίσεις ως προς την εφαρμογή του δικαιώματος αυτού, καθώς ισχύουν διαφορετικές νομοθετικές ρυθμίσεις. Οι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν το δικαίωμα συμμετοχής στις τοπικές εκλογές και στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όχι όμως στις εθνικές εκλογές.[5] Εδώ εξετάζουμε τις διατάξεις που αφορούν στη συμμετοχή αλλοδαπών, οι οποίοι δεν είναι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αναλυτικά ισχύουν τα εξής:
α. Σε ένα (1) κράτος, το Ηνωμένο Βασίλειο, ισχύει το δικαίωμα του εκλέγειν για αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν είναι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι όμως μέλη της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, με περιορισμούς ως προς το διάστημα νόμιμης παραμονής στην επικράτεια του κράτους.
β1. Σε δύο (2) κράτη, την Ισπανία και την Πορτογαλία, ισχύει το δικαίωμα του εκλέγειν με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας για αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν είναι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι πολίτες με ιδιαίτερους ιστορικούς και πολιτιστικούς δεσμούς με τα δύο ανωτέρω κράτη (Ισπανία, Πορτογαλία).[6]
β2. Σε ένα (1) κράτος, την Τσεχία, ισχύει το δικαίωμα του εκλέγειν με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας για αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν είναι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι πολίτες κράτους, με το οποίο έχει συνομολογηθεί σχετική συμφωνία.[7]
δ. Σε επτά (7) κράτη, το Βέλγιο, την Δανία, την Εσθονία, την Ολλανδία, τη Σλοβακία, τη Σουηδία και τη Φιλανδία, ισχύει το δικαίωμα του εκλέγειν για αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν είναι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με περιορισμούς ως προς το διάστημα νόμιμης παραμονής στην επικράτεια του κράτους.
ε. Σε τρία (3) κράτη, την Ιρλανδία, το Λουξεμβούργο και τη Σλοβενία, ισχύει το δικαίωμα του εκλέγειν για αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν είναι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς περιορισμούς ως προς το διάστημα νόμιμης παραμονής στην επικράτεια του κράτους.
Επομένως, μόνον σε τρία (3) κράτη από τα είκοσι επτά (27) της Ευρωπαϊκής Ένωσης ισχύει χωρίς περιορισμούς το δικαίωμα του εκλέγειν, ποσοστό ιδιαίτερα χαμηλό.


[1] Τα κράτη-έθνη θεμελιώνονται τόσο στη συμμετοχική τους διάσταση, η οποία αφορά στους πολίτες τους, όσο και στην δυνατότητα εξαίρεσης ορισμένων ατόμων, εδώ των αλλοδαπών μεταναστών, από την πολιτική κοινότητα. Βλ. Ch. Joppke, Immigration and the Nation-State, ό.π., 2. Άλλοι μελετητές επεκτείνουν την αποκλειστικότητα των πολιτών και επί των κοινωνικών δικαιωμάτων. Βλ. T.H. Marshall, Class, Citizenship and Social Development, New York: Anchor Books, 1965, 72.
[2] Βλ. Δ. Τσάτσος, Συνταγματικό δίκαιο, τ. Γ΄: Θεμελιώδη δικαιώματα Ι. Γενικό μέρος, Αθήνα-Κομοτηνή: Σάκκουλας, 1988, 164-5.
[3] Βλ. Γ.Ζ. Δρόσος, Η νομική θέση των πολιτικών κομμάτων στην Ελλάδα, Αθήνα-Κομοτηνή: Σάκκουλας,1982, 164.
[4] Βλ. Α. Τριανταφυλλίδου & Ρ. Γρώπα (επιμ.), Η μετανάστευση στην Ενωμένη Ευρώπη, μτφρ. Γ. Χριστίδης, Αθήνα: Κριτική, 2009, 527.
[5] Το δικαίωμα αυτό ισχύει βάσει της Οδηγίας 94/80 ΕΚ.
[6] Στην Ισπανία ισχύουν διμερείς συμφωνίες αμοιβαιότητας με την Αργεντινή (1988), την Ουρουγουάη (1992) και την Χιλή (1990), ενώ αντίστοιχες προκαταρκτικές συμφωνίες έχουν συνομολογηθεί με την Βενεζουέλα και την Κολομβία. Στην Πορτογαλία ισχύουν διμερείς συμφωνίες αμοιβαιότητας με την Βραζιλία, παλαιά πορτογαλική αποικία, καθώς και με την Αργεντική, την Βενεζουέλα, την Ουρουγουάη και την Χιλή.
[7] Έως τώρα (2011) δεν έχει υπογραφεί κάποια σχετική συμφωνία με κράτος, μη-μέλος της ΕΕ.

Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

Ο νομικός ξενοφιλικός ακτιβισμός του Καμίνη


Ο νομικός ξενοφιλικός ακτιβισμός του Καμίνη

Οι τοποθετήσεις του Καμίνη ως Συνηγόρου του Πολίτη πολλές φορές χαρακτηρίζονταν από μία ιδιότυπη αίσθηση νομικού ακτιβισμού, καταδεικνύοντας μία στρατευμένη ιδεολογική τοποθέτηση. Θέσεις αυτού του τύπου, χαρακτηριστικές μίας ακραίας ιδεολογικής προσέγγισης, ερχόντουσαν σε αντθεση με τα καθήκοντα του. Οι παρεμβάσεις αυτές ήταν συχνές.

Το 2008 επί κυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας ο Καμίνης γνωμοδότησε κατά της απομάκρυνσης του παράνομου οικισμού των λαθρομεταναστών στην Πάτρα, ο οποίος είχε προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στους πολίτες.
Η χωρική διάσταση της κρατικής υπόστασης και η εδαφική αναφορά της έννοιας της εθνικής κυριαρχίας δεν αναιρέθηκαν κατ’ ανάγκη από την ανάδυση υπερεθνικών οργανισμών, ιδίως όσον αφορά σε θέματα απόδοσης υπηκοότητας και ελέγχου των μεταναστευτικών ροών προς την επικράτεια ενός κράτους. Η Σύμβαση της Χάγης (1930) κατοχυρώνει το αποκλειστικό δικαίωμα του κράτους ως προς την απονομή και την αφαίρεση της υπηκοότητας.

Η Σύμβαση για το Καθεστώς των Προσφύγων (Convention Relating to the Status of Refugees) του 1951, η οποία διακηρύσσει ότι το δικαίωμα ενός προσώπου να εγκαταλείπει την χώρα του συνιστά καθολικό δικαίωμα, δεν θεμελιώνει αντίστοιχο δικαίωμα εισόδου σε μία άλλη χώρα, καθώς άλλωστε μία τέτοια διάταξη θα συνιστούσε κατάλυση της έννοιας της κρατικής κυριαρχίας.[1]

Η συνάρθρωση της έννοιας της κυριαρχίας και της έννοιας της εδαφικότητας είναι εγγενής και αυτονόητη στο κράτος. Στο Σχέδιο Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης καθίσταται σαφές ότι το έθνος-κράτος δεν αναιρείται ως ιδεολογική και νομική έννοια, αλλά συνυπάρχει λειτουργικά με την διαμορφούμενη ευρωπαϊκή συνομοσπονδία.[2]

Η έννοια της ιθαγένειας παραμένει αναλλοίωτη στην ουσία της και η απόδοσή της εξακολουθεί να υπάγεται στην κυριαρχική αρμοδιότητα του έθνους-κράτους. Η θέσπιση της ευρωπαϊκής ιθαγένειας δεν περιορίζει την ταύτιση της εθνικής κυριαρχίας με την ιθαγένεια, καθώς διευκρινίζεται ότι «η ιθαγένεια της Ένωσης προστίθεται στην εθνική ιθαγένεια και δεν την αντικαθιστά».[3]

Σε κάθε περίπτωση η ίδια η έννοια ενός παγκοσμιοποιημένου, διεθνούς δικαίου είναι πλασματική, καθώς σε διεθνές επίπεδο το δίκαιο προκύπτει ως συνέπεια του ρυθμιστικού και διακανονιστικού ανταγωνισμού ανάμεσα στις επιμέρους εθνικές προσεγγίσεις των εθνών-κρατών.[4] Ακόμη και η Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (1948) δεν αποτελεί κατ’ ουσίαν διεθνή συμφωνία. Το διεθνές εθιμικό δίκαιο δεν ενέχει κανονιστική ισχύ ούτε στο εσωτερικό του έθνους-κράτους ούτε σε διακρατικό επίπεδο.[5]

Η έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως μίας υπερκρατικής και υπερεθνικής αρχής δεν είναι δυνατόν να προσληφθεί επί τη βάσει μίας αντίληψης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως καθολικοποιημένων δικαιωμάτων της υπηκοότητας, τα οποία θα εκτείνονται σε υπερεθνικό επίπεδο ή θα αναιρούν την έννοια της κυριαρχίας του κράτους ως προς την απόδοση της ιθαγένειας και τον καθορισμό της εισόδου στην εδαφική επικράτεια.[6]

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι ένας συχνά μη αναφερόμενος κίνδυνος για την αρχή της κρατικής κυριαρχίας και της δικαιοδοσίας των κυβερνήσεων επί των αλλοδαπών μεταναστών είναι ο δικαστικός και ευρύτερα νομικός ακτιβισμός.[7] Ένα τμήμα της δικαιοσύνης, συνεπικουρούμενο από νομικούς και ομάδες ακτιβιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή από ομάδες εθνοτικής αναφοράς ήδη εγκατεστημένων σε ορισμένες χώρες μεταναστών, με πρόσχημα την εφαρμογή των κανόνων διεθνούς δικαίου και συχνά υπό την επιρροή ξενοφιλικών ιδεολογημάτων, συντελεί στον περιορισμό της δυνατότητας ελέγχου του έθνους-κράτους επί του μεταναστευτικού αποθέματος.[8] Οι κίνδυνοι του δικαστικού ακτιβισμού περιλαμβάνουν:

α. τον περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας

β. την υπονόμευση του μεσοπρόθεσμου και μακροπρόθεσμου προγραμματισμού μίας συγκροτημένης μεταναστευτικής πολιτικής

γ. την παράβλεψη των εξω-εθνικών δεσμεύσεων των ομάδων πίεσης, οι οποίες διάκεινται ευνοϊκά προς τη μετανάστευση, με προφανείς συνέπειες για τα μεγέθη της εθνικής και της κοινωνιακής ασφάλειας.[9]


[1] Βλ. UNHCR (ed.), Refugee Protection: A Guide to International Refugee Law, New York 2001, 8. Το ίδιο ισχύει και για το άσυλο, η απόδοση του οποίου επαφίεται στην κυριαρχική δικαιοδοσία του κράτους.
[2] Βλ. την προσεκτική αποτίμηση στον R. Cooper, Η διάσπαση των εθνών: Τάξη και χάος στον 21ο αιώνα, μτφρ. Κ. Αμπαζής, Αθήνα: Κέδρος, 2005.
[3] Βλ. Π.Κ. Ιωακειμίδης & Γ. Κασιμάτης (επιμ.), Το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, Αθήνα: Σάκκουλας, 2003, 30.
[4] Βλ. D. Charny, ‘Competition among Jurisdictions in Formulating Corporate Law Rules: An American Perspective on the “Race to the Bottom” in the Europe Communities’, Harvard International Law Journal 32:2 (1991), 423-56∙ J. Trachtman, ‘International Regulatory Competition, Externalization, and Jurisdiction’, Harvard International Law Journal 34:1 (1993), 47-104.
[5] Για μία διαφορετική προσέγγιση βλ. W.M. Reisman, ‘Sovereignity and Human Rights in Contemporary International Law’, American Journal of International Law 84:4 (10/1990), 866-76.
[6] Αυτή είναι η προσέγγιση λ.χ. του Rainer Bauböck, Transnational Citizenship: Membership and Rights in International Migration, Aldershot: Edward Elgar, 1994. Βλ. του ιδίου, ‘Towards a Political Theory of Migrant Transnationalism’, International Migration Review 37:3 (9/2003), 700-723. Βλ. την αντίθετη θέση του Παναγιώτη Κονδύλη στο οξύ δοκίμιό του ‘«Ανθρώπινα δικαιώματα»: εννοιολογική σύγχυση και πολιτική εκμετάλλευση’, στο Π. Κονδύλης, Από τον 20ό στον 21ο αιώνα: Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000² [1998], 61-7.
[7] Βλ. την καταδίκη του δικαστικού ακτιβισμού στο M. Ignatieff, Τα ανθρώπινα δικαιώματα ως πολιτική και ως ειδωλολατρεία, μτφρ. Ε. Αστερίου, Αθήνα: Καστανιώτης, 2004.
[8] Για παραδείγματα ενός τέτοιου δικαστικού ακτιβισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες βλ. S. Sassen, Χωρίς έλεγχο;Η εθνική κυριαρχία, η μετανάστευση και η ιδιότητα του πολίτη την εποχή της παγκοσμιοποίησης, μτφρ. Π. Παπανδρέου, Αθήνα: Μεταίχμιο, 2003, 136-8, 179-80, σημ. 7.
[9] Οι φιλομεταναστευτικές οργανώσεις των χωρών υποδοχής των μεταναστευτικών ροών ενίοτε λαμβάνουν οικονομική και πολιτική υποστήριξη από τις αρχές των χωρών προέλευσης των μεταναστευτικών ροών, με σαφείς αρνητικές επιπτώσεις στις διακρατικές σχέσεις των δύο κρατών. Για τις εξω-εθνικές αυτές δεσμεύσεις των φιλομεταναστευτικών οργανώσεων βλ. S. Sassen, Χωρίς έλεγχο;, ό.π., 180, σημ. 8.

Σάββατο, 18 Σεπτεμβρίου 2010

Αρχές μίας σύγχρονης μεταναστευτικής πολιτικής


O νέος νόμος για το μεταναστευτικό διακρίνεται για αρκετές αδυναμίες, ενώ μία από τις πλέον προβληματικές προβλεπόμενες διατάξεις του είναι η παραχώρηση του δικαιώματος ψήφου σε αλλοδαπούς μετανάστες, ενώ δεν έχει μέχρι στιγμής γίνει αποδεκτή η παραχώρηση αντίστοιχου δικαιώματος στους ομογενείς Έλληνες του εξωτερικού. Οφείλουμε να αξιοποιήσουμε την ευρωπαϊκή εμπειρία στο θέμα της μετανάστευσης και της ένταξης των μεταναστών, ώστε να διαμορφωθεί μια σύγχρονη και αποτελεσματική μεταναστευτική πολιτική, η οποία αφενός θα διασφαλίζει τα δικαιώματα των αλλοδαπών μεταναστών, αφετέρου θα ανταποκρίνεται στις ανησυχίες της ελληνικής κοινωνίας για την απότομη και μαζική μετανάστευση.
Η κυβέρνηση τελικά υιοθέτησε μια πρόχειρη ρύθμιση που οδηγεί στη μαζική πολιτογράφηση των πάντων, χωρίς ασφαλιστικές δικλίδες και παρακάμπτοντας τελείως την παιδεία και την εκπαίδευση ως μέσο ενσωμάτωσης. Ο νόμος που ψηφίστηκε κινείται αντίθετα προς το πνεύμα και το γράμμα ολόκληρης της σύγχρονης ευρωπαϊκής νομοθεσίας και κάθε τάσης στην ευρωπαϊκή πολιτική πραγματικότητα.1 Αποκλειστικός γνώμονας της κυβέρνησης είναι η αριθμητική λογική της ψηφοθηρικής προσέγγισης –εις βάρος των μεταναστών– και το πρόσκαιρο πολιτικό κέρδος.
Ο Ν. 3838/10 για το μεταναστευτικό συνιστά εμφανή υποχώρηση από άποψης νομοθετικών ρυθμίσεων και διαμορφώνει ένα αναχρονιστικό πλαίσιο αναφοράς της πολιτογράφησης των μεταναστών, τελεί δε σε ριζική ασυμφωνία με την ισχύουσα ευρωπαϊκή νομοθεσία.2 Και αυτό διότι η διαδικασία της πολιτογράφησης πραγματοποιείται με ιδιαίτερα απλουστευμένο και πρόχειρο τρόπο για τους μετανάστες της δεύτερης γενιάς και εντελώς αυτόματα για τους μετανάστες της τρίτης γενιάς.
Ο Ν. 3838/10, σε αντίθεση με την κυρίαρχη νομοθεσία στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, προβλέπει ιδιαίτερα συνοπτικές προϋποθέσεις πολιτογράφησης. Η αυτόματη απόδοση ιθαγένειας στα τέκνα των μεταναστών, η οποία πραγματοποιείται πλέον με την ελληνική νομοθεσία, δεν συμβαίνει σε καμία χώρα της Ευρώπης, πλην του Ηνωμένου Βασιλείου, όπου όμως ισχύουν πολυάριθμες πρόσθετες περιοριστικές διατάξεις.
Ο νέος μεταναστευτικός νόμος:
α) χαρακτηρίζεται από πολυάριθμες δομικές αδυναμίες·
β) τελεί σε πλήρη και ριζική ασυμφωνία με την ισχύουσα ευρωπαϊκή νομοθεσία όλων των ευρωπαϊκών κρατών·
γ) απηχεί αναχρονιστικές αντιλήψεις περί μαξιμαλιστικής πολυπολιτισμικότητας, ενώ ή-δη όλα τα ευρωπαϊκά κράτη ακολουθούν το εθνοτικό πρότυπο της δημιουργικής ενσωμάτωσης ή το ρεπουμπλικανικό πρότυπο της απλής ενσωμάτωσης ή προσανατολίζονται προς την κατεύθυνση αυτή, τονίζοντας τις έννοιες της εθνικότητας και της κυρίαρχης κουλτούρας (βρετανικότητα, γαλλικότητα, κυρίαρχη εθνική και ευρωπαϊκή κουλτούρα).
Οι βασικοί άξονες μιας συγκροτημένης μεταναστευτικής πολιτικής διαμορφώνονται με τη συνεργασία πολλαπλών διοικητικών υπηρεσιών και είναι δυνατόν να είναι:
α. Η ενσωμάτωση των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία. Η αποτελεσματική ένταξη και ομαλή ενσωμάτωση των μεταναστών λειτουργεί επ’ ωφελεία τόσο των ιδίων των μεταναστών όσο και του κράτους υποδοχής. Απαραίτητη προϋπόθεση της ενσωμάτωσης είναι η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας, καθώς και η ένταξη στο ελληνικό και ευρωπαϊκό πολιτιστικό πλαίσιο. Τόσο ο μετανάστης όσο και το κράτος διαθέτουν αυτονόητες υποχρεώσεις και καθήκοντα, τα οποία θα πρέπει να εκπληρώνουν ο ένας έναντι του άλλου. Καθήκοντα του μετανάστη είναι η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας, η προσαρμογή στο πολιτιστικό πλαίσιο και στις αξίες της ελληνικής κοινωνίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Καθήκοντα του ελληνικού κράτους είναι να καθίσταται δυνατή η πρόσβαση σε στέγαση, η παροχή δημοσίων υπηρεσιών, όπως η περίθαλψη σε δημόσια νοσοκομεία, η παροχή παιδείας μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος, η επαγγελματική κατάρτιση, ώστε να διευκολύνεται η ένταξη και η δημιουργική ενσωμάτωση του μετανάστη στο κυρίαρχο εθνικό κοινωνικό πλαίσιο.
β. Ο έλεγχος των διεθνών μεταναστευτικών ροών. Η μέριμνα για την ομαλή ένταξη των νομίμως διαμενόντων στην ελληνική επικράτεια μεταναστών συνάδει και συνδέεται με την ταυτόχρονη καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης και τον επαναπατρισμό των παρανόμων μεταναστών.
Η πολιτική σε αυτό τον τομέα οφείλει επίσης να λαμβάνει υπόψη της επιμέρους ποιοτικά και ποσοτικά δεδομένα, όπως:
β1. τις αντοχές και τις δυνατότητες δημιουργικής ενσωμάτωσης μεταναστών στην ελληνική κοινωνία·
β2. την ευαίσθητη από γεωγραφικής άποψης θέση του ελληνικού κράτους, το οποίο είναι εκτεθειμένο σε αυξημένα μεταναστευτικά ρεύματα.
Σε αυτό το πλαίσιο είναι ιδιαίτερα σημαντική η επανεξέταση της πολιτικής χορήγησης ασύλου και ο ορθολογικός επαναπροσδιορισμός του γενικού πλαισίου, ώστε να μην απαξιώνεται και να μην υποβαθμίζεται η εξ ορισμού επιλεκτική αυτή διαδικασία μέσω της μαζικής απόδοσης ασύλου σε μετανάστες ως υποκατάστατο της διαδικασίας ομαλής ένταξής τους στην κοινωνία της χώρας υποδοχής.
γ. Η προβολή της κυρίαρχης εθνικής και ευρωπαϊκής κουλτούρας στο πλαίσιο της θεσμικής πραγματικότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα ευρωπαϊκά κράτη έχουν δομήσει το πλαίσιο της μεταναστευτικής τους πολιτικής και το συνδεόμενο με αυτή πλαίσιο απόδοσης ιθαγένειας επί τη βάσει της διατήρησης της κοινωνικής συνοχής, της εθνοπολιτισμικής ομοιογένειας και της αποδοτικότητας. Η πρόκριση των δημοκρατικών αξιών του ευρωπαϊκού πολιτισμού, η υπεράσπιση των ανθρωπιστικών αξιών του δυτικού πολιτισμού, η καταδίκη της θρησκοληψίας και των αναχρονιστικών πρακτικών συνδέονται με την ομαλή ενσωμάτωση των αλλοδαπών μεταναστών στο εγχώριο πολιτιστικό πλαίσιο εκάστης χώρας.
Η προβολή της κυρίαρχης εθνικής κουλτούρας, του εγχωρίου δηλαδή κοινωνικού και πολιτιστικού πλαισίου αξιών, αποτελεί πραγματικότητα σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη. Ακόμη και τα κράτη του πρώην πολυπολιτισμικού προτύπου, δηλαδή το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ολλανδία, έχουν πλέον θεσπίσει διαδικασίες ένταξης και ενσωμάτωσης των αλλοδαπών μεταναστών, όχι συνύπαρξης παράλληλων και στεγανών κοινωνιών στο πλαίσιο της μαξιμαλιστικής πολυπολιτισμικότητας, το οποίο ίσχυε έως πρόσφατα στα δύο ανωτέρω κράτη.
δ. Η ενίσχυση της συλλογικής εθνικής ελληνικής ταυτότητας της ελληνικής κοινωνίας. Η ελληνική εθνική ταυτότητα, μία από τις πλέον μακραίωνες και πλούσιες σε παγκόσμιο επίπεδο, συνίσταται τόσο στο σύνολο των ιστορικώς παραδεδομένων διακριτών γνωρισμάτων του ελληνικού λαού, όσο και στις μελλοντικές προβολές των ιδιαίτερων γνωρισμάτων του ελληνικού κράτους. Η μετανάστευση και η συνακόλουθη διαδικασία της ομαλής ενσωμάτωσης των μεταναστών αποτελούν βασικές προϋποθέσεις μιας αποτελεσματικής πολιτικής, η οποία θα συμβάλει μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα στην ανάπτυξη του ελληνικού κράτους. Καταλυτικής σημασίας είναι η αποδοχή των αξιών του κυρίαρχου ελληνικού και ευρωπαϊκού πολιτιστικού πλαισίου από τους μετανάστες, οι οποίοι ενδιαφέρονται να αποκτήσουν στο μέλλον την ελληνική ιθαγένεια σε μια σχέση ισοτιμίας και επίγνωσης των καθηκόντων που επιφέρει η πρόσκτηση της ιδιότητας του Έλληνα πολίτη.
1. Βλ. Ι. Κωτούλας, «Ευρωπαϊκή μεταναστευτική νομοθεσία και απόδοση ιθαγένειας», Φιλελεύθερη Έμφαση 42 (1-3/2010), 108-120.
2. Βλ. τις διεισδυτικές παρατηρήσεις του Χρύσανθου Λαζαρίδη, «Το μεταναστευτικό νομοσχέδιο και το σύνδρομο της στρουθοκαμήλου», Φιλελεύθερη Έμφαση 42 (1-3/2010), 129-38.

Πηγή: Επίκαιρα τ. 42

Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2010

Liberté toujours!

Η γαλλική Εθνοσυνέλευση υιοθέτησε χθες, παραμονή της σημερινής Εθνικής Εορτής της Γαλλίας, με συντριπτική πλειοψηφία (335 προς 1) το νομοσχέδιο που απαγορεύει την ισλαμική μαντίλα που κρύβει το πρόσωπο, στους δημόσιους χώρους.
Σύμφωνα άλλωστε με τα όσα είχε δηλώσει και ο ίδιος ο Γάλλος Πρόεδρος Σαρκοζί τον Απρίλιο, «η συγκεκριμένη ενδυμασία δεν είναι ένδειξη θρησκείας, αλλά δουλικότητας». Σημειωτέον ότι το νομοσχέδιο δεν στοχεύει στην απαγόρευση μόνο της ισλαμικής μαντίλας αλλά τιμωρεί την οποιαδήποτε «απόκρυψη προσώπου» σε δημόσιους χώρους συμπεριλαμβανομένου και του νικάμπ, του σκούρου ενδύματος που καλύπτει όλο το πρόσωπο εκτός από τα μάτια.Σε περίπτωση παράβασης του νόμου θα επιβάλλεται πρόστιμο 150 ευρώ ενώ αν κάποιος υποχρεώνει μια γυναίκα να φοράει την συγκεκριμένη ενδυμασία θα τιμωρείται με ένα χρόνο φυλάκισης και πρόστιμο 30.000 ευρώ. Παράλληλα, οι ποινές θα είναι διπλάσιες αν το θύμα είναι ανήλικο. Οι νόμοι αναμένεται να τεθούν σε ισχύ από το φθινόπωρο του 2011 καθώς θα πρέπει να έχει προηγηθεί ένα εξάμηνο «εκπαίδευσης».
Η Γαλλία είναι πλέον η δεύτερη ευρωπαϊκή χώρα, μετά το Βέλγιο, που θεωρεί ως ποινικό αδίκημα την μπούργκα και το νικάμπ, προστατεύοντας εμπράκτως τις αρχές και τις αξίες του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Οι μειονοτικές θρησκευτικές ή εθνοπολιτισμικές οντότητες, οι οποίες δημιουργούνται λόγω της μετανάστευσης στο εσωτερικό των δυτικών κρατών, οφείλουν να σέβονται τις αρχές και τις αξίες της Ευρώπης.

Η λογική της θεσμικής αναγνώρισης και της καταναγκαστικής διατήρησης της ακεραιότητας των μειονοτικών εθνοπολιτισμικών οντοτήτων λειτουργεί με βάση την εσφαλμένη αρχή ότι κάθε εκδήλωση μίας πολιτιστικής ιδιομορφίας είναι άξια διατήρησης. Ωστόσο, η περιθωριοποίηση και η υποτίμηση της γυναίκας, η πολυγαμία, οι ακρωτηριασμοί, ενδεχομένως συνιστούν εναλλακτικές πολιτισμικές πρακτικές, η αξία τους όμως είναι προφανώς, τουλάχιστον για το ελεύθερα και συνεκτικά σκεπτόμενο τμήμα της ανθρωπότητας, τουλάχιστον αμφισβητήσιμη. Ο ακραίος πολιτισμικός σχετικισμός, μία από τις βασικές ιδεολογικές αρχές της πολυπολιτισμικότητας, συνιστά σε πρακτικό επίπεδο επιστροφή σε μια κατάσταση αρχέγονης βαρβαρότητας, όπου όλα επιτρέπονται υπό το ιδεολογικό επικάλυμμα αυτήν την φορά της καταναγκαστικής ισοτιμίας των πολιτισμών και της αδυναμίας άρθρωσης αξιολογικών κρίσεων για επιμέρους εκδηλώσεις τους.
Η μηδενιστική και εξισωτική θεωρητικολογία που συνοδεύει τον πολιτισμικό σχετικισμό που προωθεί η πολυπολιτισμικότητα διαψεύδεται από την ιστορική πραγματικότητα της εξέλιξης των πολιτισμών, από τα δεδομένα του παρελθόντος και από τα γεγονότα του παρόντος. Ένας πολιτισμός είναι δυνατόν να είναι ανώτερος από κάποιον άλλον, ακριβώς διότι εξελίσσεται και υπερβαίνει ένα προγενέστερο, ατελές στάδιο. Αυτό το δικαίωμα στην εξέλιξη μίας εθνοπολιτισμικής ομάδας είναι που απορρίπτει, είτε είναι αντιληπτό από τους φορείς της είτε όχι, η πολυπολιτισμική θεωρία, αφού προσλαμβάνει εκ των προτέρων τις μειονοτικές εθνοπολιτισμικές ή θρησκευτικές υποκουλτούρες ως αναλλοίωτα, παγιωμένα στον ιστορικό χρόνο, μεγέθη, στα οποία η έννοια της εξέλιξης δεν υφίσταται. Τα μέλη μίας κοινότητας μουσουλμάνων μεταναστών λ.χ. στο εσωτερικό μίας δυτικής κοινωνίας πρέπει να έχουν την δυνατότητα αλλαγής και μεταβολής των όρων διαβίωσής τους και των ιδεολογικών τους απόψεων, ακόμη και με την προοπτική της πλήρους ενσωμάτωσής τους στην κυρίαρχη πολιτιστική κουλτούρα, εάν το θεωρήσουν σκόπιμο.
Η πολυπολιτισμικότητα με την αναγνώριση διακριτών ταυτοτήτων των μειονοτικών εθνοπολιτισμικών ομάδων, οι οποίες κατά έναν περίεργα αντιφατικό τρόπο, δεν οφείλουν να εξελιχθούν – όπως λ.χ., σύμφωνα με τους υπέρμαχους της πολυπολιτισμικής θεωρίας, οφείλουν να κάνουν οι κάτοικοι της πλειονότητας του αυτόχθονος λαού, αποδεχόμενοι τον πολιτισμικό σχετικισμό – αρνείται την έννοια της ιστορικής εξέλιξης και της αυτονομίας των ατόμων που απαρτίζουν τις εθνοπολιτισμικές αυτές ομάδες.
Όχι στην μαξιμαλιστική πολυπολιτισμικότητα, όχι στις προνεωτερικές ιδεολογίες που αφήσαμε πίσω το 1789!

Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010

Η γεωπολιτική ταύτιση των Ελλήνων ακτιβιστών με την Τουρκία



Η τουρκική οργάνωση, η οποία βρίσκεται πίσω από την αποστολή της ανθρωπιστικής βοήθειας στην Λωρίδα της Γάζας, είναι η IHH. Η IHH ιδρύθηκε το 1995, όταν το ιδεολόγημα του ισλαμισμού είχε αρχίσει να ριζώνει στην τουρκική κοινωνία. Οι σχέσεις της IHH με το τουρκικό κράτος, αλλά και με διεθνή ισλαμιστικά δίκτυα είναι γνωστές εδώ και καιρό. Μελέτη του Δανικού Ινστιτούτου Διεθνών Μελετών, την οποία εκπόνησε ο Αμερικανός ερευνητής Evan Kohlmann, καταδεικνύει τις σχέσεις της IHH με τα τρομοκρατικά ισλαμιστικά δίκτυα, όπως η Αλ-Κάιντα. Η Daily Telegraph αποκαλεί την τουρκική IHH "ριζοσπαστική ισλαμική ομάδα, η οποία καλύπτεται υπό το προσωπείο της ανθρωπιστικής οργάνωσης".
Στην Ελλάδα τα στοιχεία αυτά είναι άγνωστα ή αποκρύπτονται στο όνομα ενός θεσμοθετημένου σχεδόν μεροληπτικού τρόπου προσέγγισης της σύγκρουσης ανάμεσα στο Ισραήλ και τις ακραίες παλαιστιανικές οργανώσεις.
Δεν αμφισβητεί κανείς τον ατομικό ιδεαλισμό των Ελλήνων, οι οποίοι συμμετείχαν στην αποστολή του στολίσκου στη Γάζα, αν και ορισμένοι εξ αυτών είναι επαγγελματίες ειρηνιστές συχνά μάλιστα με αντιδυτικές και αντι-ισραηλινές προκαταλήψεις, και φυσικά δεν ενδιαφέρθηκαν ιδιαιτέρως να καταγγείλουν την Τουρκία για την πολιτική της στην Βόρειο Κύπρο, αλλά, απηχώντας πλήρως τις θέσεις των ισλαμιστών, κατηγορούν μονίμως , αναπαράγοντας ένα σχήμα άκριτης δαιμονοποίησης, τις ΗΠΑ, το Ισραήλ, ακόμη και την Ελλάδα.
Αυτό που όμως αμφισβητείται είναι η ικανότητά ορισμένων Ελλήνων ακτιβιστών να διακρίνουν ανάμεσα στην ηθική ταύτιση με τους Παλαιστίνιους και στην γεωπολιτική ταύτιση με την νεο-οθωμανική Τουρκία ή με ακραίες ισλαμιστικές οργανώσεις. Η Τουρκία αναδεικνύεται σε προστάτη των Παλαιστινίων και ορισμένοι Έλληνες ακτιβιστές σπεύδουν λόγω ιδεοληπτικού αντιισραηλινισμού να ταυτιστούν με την Τουρκία και τα γεωπολιτικά της σχέδια. Η ελληνική πλευρά αναγιγνώσκει ακόμη την ισραηλινο-παλαιστινιακή αντιπαράθεση αποκλειστικά με όρους ενός στρεβλού ενίοτε ανθρωπισμού, επιλεκτικού ήδη, αφού η ρητορική του δεν αναφέρεται ποτέ στα θύματα της ισραηλινής πλευράς. Χρήσιμο θα ήταν το ελληνικό κράτος να αντιληφθεί το ουσιώδες γεωπολιτικό υπόβαθρο της κατάστασης στη Μέση Ανατολή, όπως αυτό διαμορφώνεται από την νεο-οθωμανική στροφή της Τουρκίας, τον εναγκαλισμό ισλαμιστικών δικτύων και την δυσαρέσκεια του Ισραήλ για αυτήν τη στάση.
Στο πλαίσιο αυτο η αποιδεολογικοποίηση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, η αποδέσμευση της διπλωματικής ανάλυσης από οπισθοδρομικά ιδεολογήματα, η ορθολογική και εργαλειακή προσέγγιση των διεθνών σχέσεων, συνιστά εκ των ων ουκ άνευ επιλογή για το ελληνικό κράτος. Το κενό, το οποίο έχει προκληθεί στην ισραηλινή γεωπολιτική προσέγγιση, λόγω της ριζικής αποδυνάμωσης των σχέσεων Τουρκίας-Ισραήλ είναι δυνατόν να καλυφθεί από την ελληνική πλευρά, η οποία μπορεί να παρουσιαστεί ως αξιόπιστος στρατηγικός σύμμαχος του Ισραήλ.
Η τήρηση μίας συνετής γεωπολιτικής ισορροπίας με το Ισραήλ, ενός δυνητικού συμμάχου στο Γεωπολιτικό Σύμπλοκο της Μέσης Ανατολής, καθώς και η απόπειρα σταδιακής μεταβολής της υπέρμετρα φιλοπαλαιστινιακής ελληνικής κοινής γνώμης, συνιστά πράξη προάσπισης των ελληνικών κρατικών συμφερόντων και υπεύθυνης διεθνούς στάσης για το ελληνικό κράτος, η οποία θα συμβάλει στην σταθερότητα στη Μέση Ανατολή.

Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

Γεωγραφία και οικονομική κατάρρευση της Ελλάδος (Robert Kaplan, Center for a New American Security)



Ο καθοριστικός ρόλος της γεωγραφίας στην οικονομική κατάρρευση της Ελλάδος
[μετάφραση: Ιωάννης Κωτούλας, ιστορικός, υπ.Δρ.Φ.]

New York Times, 25/4/2010

Η κρίση χρέους, η οποία ανάγκασε την Ελλάδα να ζητήσει σωτηρία μέσω διεθνούς παρέμβασης την Παρασκευή έχει κατά καιρούς αποδοθεί σε πολλούς παράγοντες, όλοι εκ των οποίων είναι οικονομικής υφής: στους ελλειμματικούς προϋπολογισμούς, στην έλλειψη διαφάνειας και την εκτεταμένη διαφθορά, καταστάσεις, οι οποίες συμβολίζονται με τις λέξεις «φακελάκι» και «ρουσφέτι». Υπάρχει, όμως, και μία βαθύτερη αιτία για την ελληνική κρίση, την οποία κανείς δεν τολμά να αναφέρει, επειδή υπονοεί μία μοιρολατρική στάση: η γεωγραφία.
Η Ελλάδα βρίσκεται στο σημείο, όπου αλληλεπικαλύπτονται οι ιστορικά υπανάπτυκτοι κόσμοι της Μεσογείου και των Βαλκανίων. Το γεγονός αυτό ενέχει τεράστιες συνέπειες για την πολιτική και την οικονομία της Ελλάδος. Για τα κράτη της βορείου Ευρώπης η συμπερίληψη μίας χώρας, όπως η Ελλάδα, στην νομισματική τους ένωση, συνιστά ένδειξη του πόσο φιλόδοξο ήταν πάντοτε το σχέδιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Ίσως υπερβολικά φιλόδοξο, σκέπτονται πλέον πολλοί Γερμανοί και πολίτες άλλων κρατών της βόρειας Ευρώπης.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι τα κράτη της Ευρώπης με προβληματικές οικονομίες– η Ελλάδα, η Ιταλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία – βρίσκονται όλα στον νότο. Οι μεσογειακές κοινωνίες, παρά τις καινοτομίες που εισήγαγαν στην πολιτική (την αθηναϊκή δημοκρατία και την ρωμαϊκή res publica) χαρακτηρίζονταν, όπως αναφέρει ο Γάλλος ιστορικός Fernard Braudel, ως «παραδοσιοκρατικές και άκαμπτες». Η σχετικά πτωχή ποιότητα των εδαφών της Μεσογείου ευνόησε την δημιουργία εκτεταμένων γαιοκτησιών, οι οποίες κατ’ ανάγκην βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των πλουσίων. Το γεγονός αυτό συνέβαλε σε μία άκαμπτη κοινωνική διάρθρωση, όπου τα μεσαία κοινωνικά στρώματα αναπτύχθηκαν πολύ αργότερα σε σχέση με την βόρεια Ευρώπη, καθώς επίσης και σε οικονομικές και πολιτικές ενδογενείς αδυναμίες, όπως ο κρατισμός και η απολυταρχία. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι τα τελευταία πενήντα χρόνια στην ελληνική πολιτική σκηνή κυριαρχούν δύο οικογένειες, οι Καραμανλήδες και οι Παπανδρέου.
Δεν είναι επίσης καθόλου τυχαίο ότι το ευημερούν τμήμα του ευρωπαϊκού υπερκράτους της εποχής μας ταυτίζεται με τον μεσαιωνικό εδαφικό πυρήνα της Ευρώπης, καθώς η πρωτεύουσα του Καρλομάγνου, η Aix-la-Chapelle (σημερινό Άαχεν της Γερμανίας) βρίσκεται ακόμη στο γεωγραφικό κέντρο της Ευρώπης, πολύ κοντά στο πλέγμα πολιτικής ισχύος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή τις Βρυξέλλες στο Βέλγιο, την Χάγη και το Μάαστριχτ στην Ολλανδία και το Στρασβούργο στην Γαλλία. Αυτή η λωρίδα γης, η σπονδυλική στήλη του πολιτισμού της Ευρώπης, είναι ταυτοχρόνως το σημείο με την αποδοτικότερη από οικονομικής άποψης γεωγραφική συνάντηση γης και θάλασσας. Οι Κάτω Χώρες, με την άμεση πρόσβασή τους στον Ατλαντικό Ωκεανός και τους πολυάριθμους προστατευμένους ποταμούς και άλλες υδάτινες διόδους στο εσωτερικό της ενδοχώρας τους, ήταν ιδανικό γεωγραφικό σημείο για την εμφάνιση του εμπορίου, των μεταφορών και κατά συνέπεια της πολιτικής ανάπτυξης. Το έδαφος, το οποίο αποτελείται από ασβεστανθρακικά πορώδη πετρώματα (loess), είναι σκουρόχρωμο και εύφορο, ενώ τα δάση παρείχαν φυσική άμυνα σε εξωτερικές εισβολές. Γεωγραφικό κέντρο της Ευρώπης κατά την αρχαιότητα ήταν η Μεσόγειος, όμως, καθώς η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία απώλεσε την εκτεταμένη ενδοχώρα της, το ιστορικό κέντρο της Ευρώπης μετακινήθηκε προς τον βορρά.
Ωστόσο η Ευρώπη δεν υπέφερε μόνο από την διαίρεση ανάμεσα σε Βορρά και Νότο. Τον 4ο μ.Χ. αιώνα η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία διαιρέθηκε στο δυτικό και το ανατολικό τμήμα, ενώ δημιουργήθηκαν δύο αντιμαχόμενα πολιτικά κέντρα, η Ρώμη και η Κωνσταντινούπολη. Η Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία υποκαταστάθηκε σταδιακά από το φραγκικό βασίλειο του Καρλομάγνου και το Βατικανό, τα οποία αποτέλεσαν τον πυρήνα της Δυτικής Ευρώπης. Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το Βυζάντιο, κατοικείτο κυρίως από ελληνόφωνους Ορθόδοξους Χριστιανούς, ενώ αργότερα, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς το 1453, από μουσουλμάνους. Τα Καρπάθια Όρη, τα οποία κείνται βορειοανατολικά της πρώην Γιουγκοσλαβίας και χωρίζουν την Ρουμανία σε δύο μέρη, ενίσχυσαν σε έναν βαθμό αυτό το όριο ανάμεσα στη Ρώμη και το Βυζάντιο και αργότερα ανάμεσα στην ευημερούσα Αυτοκρατορία των Αψβούργων με έδρα την Βιέννη και την πτωχότερη Οθωμανική Αυτοκρατορία με έδρα την Κωνσταντινούπολη. Η σημερινή Ελλάδα είναι πολύ περισσότερο προϊόν του βυζαντινού και του τουρκικού δεσποτισμού παρά της κλασικής Αθήνας του Περικλή.
Κατά την αρχαιότητα η Ελλάδα ευνοείτο από την γεωγραφία, καθώς αποτελούσε τον προθάλαμο της Εγγύς Ανατολής – τον τόπο, όπου τα απάνθρωπα κοινωνικά συστήματα της Αιγύπτου και της Μεσοποταμίας εξευγενίζονταν και εξανθρωπίζονταν, οδηγώντας στην γέννηση της Δύσης. Στη σημερινή, όμως, Ευρώπη η Ελλάδα βρίσκεται στο προβληματικό, «εξανατολισμένο» άκρο της. Ακόμη και έτσι η Ελλάδα είναι ένα κράτος με σημαντικά αυξημένη πολιτική σταθερότητα και ευημερία σε σχέση με χώρες, όπως η Βουλγαρία και το Κόσσοβο, και πάλι όμως αυτό συνέβη επειδή γλίτωσε τις αγριότητες των καθεστώτων του σοβιετικού κομμουνισμού.
Για να αντιληφθεί κανείς σε πόσο μεγάλο βαθμό η γεωγραφία και τα σύνορα των αυτοκρατοριών του παρελθόντος διαμορφώνουν τη σημερινή Ευρώπη, αρκεί να εξετάσει την εξέλιξη της πρώην κομμουνιστικής ανατολικής Ευρώπης. Οι χώρες στον βορρά, οι οποίες είναι κληρονόμοι της παράδοσης της Πρωσίας και της αυτοκρατορίας των Αψβούργων – η Πολωνία, η Τσεχία και η Ουγγαρία – έχουν επιτύχει από οικονομικής άποψης σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι οι κληρονόμοι του Βυζαντίου και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας: η Ρουμανία, η Βουλγαρία, η Αλβανία και η Ελλάδα. Και τα τμήματα της πρώην Γιουγκοσλαβίας, τα οποία τελούσαν υπό την επιρροή των Αψβούργων, η Σλοβενία και η Κροατία, έχουν ξεπεράσει τις γειτονικές περιοχές, οι οποίες τελούσαν υπό την τουρκική επιρροή, δηλαδή τη Σερβία, το Κόσσοβο και την FYROM. Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας το 1991, τουλάχιστον σε ένα αρχικό επίπεδο, αντανακλούσε την πολιτιστική διαίρεση ανάμεσα στη Ρώμη και το Βυζάντιο.
Η ελληνική κρίση χρέους συνιστά τη μεγαλύτερη πρόκληση μετά τις αποσχιστικές τάσεις των κρατών της Γιουγκοσλαβίας, οι οποίες κατέδειξαν την προσπάθεια της Ευρώπης να υπερβεί τις γεωγραφικές και τις ιστορικές της διαιρέσεις. Ενώ κατά τις πρώτες δεκαετίες του Ψυχρού Πολέμου το ευρωπαϊκό εγχείρημα είχε ως αποστολή απλώς να υπερβεί το μακρόχρονο χάσμα ανάμεσα στην Γαλλία και την Γερμανία, πλέον τίθεται ως αποστολή της καρολίγγειας και της πρωσικής Ευρώπης – των Βρυξελλών και του Βερολίνου – να ενσωματώσουν τις απόμακρες περιφέρειες της Μεσογείου και των Βαλκανίων. Και ακριβώς επειδή η Ευρώπη, για πρώτη φορά στην ιστορία της, δεν αντιμετωπίζει εξωτερικές απειλές για την ασφάλειά της, είναι πιθανό να πέσει θύμα του ναρκισσισμού των εσωτερικών της αντιφάσεων. Το γεγονός ότι οι βόρειες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι πρόθυμες να βοηθήσουν την Ελλάδα από οικονομικής άποψης αποκλειστικά με τις δικές τους προσόδους, αλλά βασίζονται στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο θα συνεισφέρει ποσό ύψους 20 δισ. δολαρίων, καταδεικνύει ότι υπάρχουν όρια στο πόσο μακριά θα πορευτούν οι χώρες αυτές στην πορεία τους προς την υλοποίηση του ονείρου μίας ενωμένης υπερηπείρου.
Ωστόσο, ακριβώς όπως η γεωγραφία έχει λειτουργήσει ως διαιρετικός παράγοντας για την Ευρώπη, συμβάλλει επίσης στην ενοποίησή της. Για παράδειγμα, ένας υδάτινος διάδρομος από τον Ατλαντικό Ωκεανό έως την Μαύρη Θάλασσα έχει επιτρέψει επί αιώνες στους ταξιδιώτες να διασχίζουν την Ευρώπη γρήγορα και άνετα καθ’ όλο το μήκος της, συμβάλλοντας στη συνοχή της Ευρώπης και στην αίσθηση της ιδιαίτερης ταυτότητάς της. Ο Δούναβης, όπως αναφέρει εγκωμιαστικά ο Ιταλός λόγιος Claudio Magris, «έλκει την γερμανική κουλτούρα, με το ιδεώδες της μίας πνευματικής Οδύσσειας, προς την Ανατολή, προσμειγνύοντάς την με άλλες κουλτούρες σε άπειρες υβριδιακές μεταμορφώσεις. Η Κεντρική Ευρώπη, η οποία είχε αποκοπεί βίαια από την Δύση κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, αποτελεί τον συνεκτικό ιστό της ηπείρου. Πρόκειται για ένα δεδομένο, το οποίο εναποθέτει καθαρά την ευθύνη για την υπέρβαση της ιστορικής αυτής διαίρεσης στους ώμους της ενωμένης Γερμανίας.
Οι Γερμανοί οφείλουν να συνειδητοποιήσουν ότι η Ελλάδα, μία χώρα με μόνο 11 εκατομμύρια κατοίκους, παραμένει παρά το μικρό της δυναμικό, ο έσχατος δείκτης της υγείας του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Η Ελλάδα είναι το μόνο μέρος των Βαλκανίων, το οποίο είναι προσβάσιμο από διάφορες θαλάσσιες οδούς της Μεσογείου, βρίσκεται πσε ίση απόσταση από τις Βρυξέλλες και τη Μόσχα και είναι εξίσου συγγενές πολιτιστικά με τη Ρωσία όσο και με την Ευρώπη λόγω της Ανατολικής της Ορθοδοξίας. Στον αιώνα μας πιθανότατα θα δούμε την επίταση της πίεσης εκ μέρους της ισχυροποιούμενης Ρωσίας σε τμήματα της Ευρώπης, ιδίως στα παλαιά κράτη-δορυφόρους της ανατολικής Ευρώπης, και η πολιτική κατάσταση στην Αθήνα θα καταδεικνύει σε μεγάλο βαθμό την επιτυχία ή αποτυχία του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Τα καλά νέα είναι ότι οι Ευρωπαίοι του βορρά το γνωρίζουν αυτό και δεν θα αφήσουν την Ελλάδα να καταρρεύσει. Πράγματι, αν η Ελλάδα αφηνόταν να παρασυρθεί από άποψης πολιτικής υπαγωγής ανατολικά θα ακύρωνε οποιαδήποτε ελπίδα μίας μεγάλης, συνεκτικής Ευρώπης – από γεωγραφικής, πολιτικής και πολιτιστικής άποψης – οδηγώντας στην δημιουργία μίας μικρής και ασήμαντης Ευρώπης, όπως η αυτοκρατορία του Καρλομάγνου, η οποία αξίωνε να θεωρείται ως Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Ο Robert D. Kaplan είναι senior fellow στο Κέντρο για τη Νέα Αμερικανική Ασφάλεια (Center for a New American Security) και ανταποκριτής του περιοδικού The Atlantic.

Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2010

Afrocentrism and the distortion of Greek history



Afrocentrism and the distortion of Greek history
Ioannis Kotoulas

Translation into English by Athan)

On February 1993 in the College Wellesley of Massachusetts a lecture was given regarding the ancient Egyptian civilization. The speaker, Yosef A. A. Ben Jochannan was presented by the event organizers as a “distinguished Egyptologist”. During his lecture Jochannan more or less supported that the ancient Greeks practically stole their civilization from Egypt, that philosopher Aristotle went to Alexandria along with Alexander the Great to visit the library which Aristotle eventually sacked in order to write his works.

During questions, a professor of classical studies named Mary Lefkowitz asked the lecturer why he would claim something like that when Alexandria acquired its great library well after the death of Aristotle, and moreover, the Greek philosopher never visited Egypt. Jochannan refused to answer, accusing Lefkowitz for empathy and negative stance towards the opinions of the black population. After the lecture many students accused Lefkowitz for racism and a one way comprehension of history. Indeed, what is happening in the American universities?

Afrocentrism is an ideological movement with historical and political extensions, which has spread through many universities across the Atlantic especially during the 90s. It is a branch of a new wave of political correctness that swept the American society during the last decade.

The supposed basic core of the beliefs of afrocentrism is shaped as thus: Mother of civilization – especially of Western civilization – is the continent of Africa and the carriers of civilization are the African nations. Many high level societies were formed in Africa long before the white nations appeared in the foreground of history. Ancient Egypt was but a part of the black African civilization and also the Egyptians themselves were blacks (Negros) from an anthropological point of view.

The African civilization of Egypt influenced the Greek world and the birth of classical civilization significantly, since the ancient Greeks borrowed, or more appropriately “stole” their religion, science and philosophy, the artistic and mental achievements, from the ancient Egyptians, Canaanites and the Phoenicians. Great figures of the ancient world, such as Socrates, Cleopatra or Jesus Christ were blacks. But also in the more recent years the world famous musician Ludwig van Beethoven and empress Josephine of Austria. By and large, the whole of white western civilization or at least its noblest expressions are owed to the black people of Africa. Regardless of how unreal all of these sound, many members of the academic community and of other educational degrees in the United States have adopted them fully and have included them in their teaching program.

Apart from the basic core of teachings, Afrocenrtrism reaches to even more extreme and unhistorical views. Jochannan claims that Plato drew out his philosophical opinions from the Egyptian priesthood which had developed a complete system of ideas. In reality Plato never visited Egypt and the relative literature regarding the Greek - Egyptian philosophy under Hermes Trismegistus was developed during the first centuries after Christianity, 500 years after the death of Plato. Jochannan also mentions, as it was initially stated, that Aristotle went to Egypt where he studied the various Egyptian documents in the library of Alexandria. These manuscripts he translated in Greek and then re-published them as his own. One small detail the afrocentrist writer ignores is that the library of Alexandria started to be built during 300-290 BC from Ptolemy of Lagos, years after the death of Aristotle (322). The Stagirite absolutely never visited Egypt.

Cheikh Anta Diop in the book “Civilization or barbarism: An authentic anthropology” supports that even the inventor Archimedes stole (words referring to stealing are often used by afrocentrists) his mathematical knowledge from the Egyptians. Other afrocentrist writers assure us that that the discovery of America was due to the Africans, which had arrived on the continent well before Colombus, declaring the start of the Mesoamerican civilizations. Moreover, melanin, the substance with which the color of the skin is determined, makes black people superior both spiritually and physically to the whites. Thus, afrocentrism attracts immiscibly racist assumptions for which the other side is often blamed.

Writer Francis Welsing supports the manichaeistic cultural scheme that separates mankind into two wide categories: The Sun People and the Ice People. The first are naturally all blacks which have the calmer and civilized character, they also have a much evolved sense of community. The Ice People, the white race, are still into the mentality of the cave people. They tend to be expansive, separate the world, installing patriarchal systems and import the feeling of individualism and of the small group of common interests. The exaggerations of afrocentrism are indeed various and many, but it would be more appropriate to investigate the conditions that led to the birth of such views.

Origins and the historical descent of afrocentrism

Afrocentrism appeared in a more specific and concentrated form during the 90’s in the United States. During this period, the American society –already a mixture of white Anglo-Saxons, blacks, Hispanics and various other nations and religions- was orientated towards the idea of multiculturalism. Under the guise of democratic equalization of all groups of the populations and minorities, the perspective of relativity and subjectivity of historical events arose. No more was there a single truth, just subjective statements; there was no solid history, just a sum of narrations. Every group of the population could (and should) construct its own historical background. In this way the self-awareness would be obtained and its distinguished character would be preserved.

For the favor of the constantly resurgent political correctness the historical correctness was neglected intentionally. Anything that did not decrease the particular egoism of these groups or did not go against their self-willed historical and political opinions could be characterized as real. The groups of blacks, feminists and homosexuals claimed the revision of history so that the establishment of their dogmatic and pre-formed opinions could be eased.

Classical education of ancient and Greek knowledge yielded considerably as they were replaced in many universities and other institutions by studies of minority group, feminist, gender and gay studies. Especially as far as afrocentrism is concerned, let it be noted that in many schools and universities the teaching of ancient Greek history and language was replaced by myths and traditions of the indigenous African tribes. It was within such a social and political framework of obsession that the defense of the Greek character of Macedonia using historically proven facts was mistaken for an egoistic attempt of blocking the Skopjan point of view.

Well before the 90’s there were many pseudo-literature studies that existed in the gutter of scientific research in which the aspects of the Afrocentrists were stated. However during that period the studies of this kind were enlisted in the same category with books that supported that earth was flat. If one wishes to find the roots of afrocentrism, then he should go back to the 19th century. After the American civil war (1861-1865) the movement against the slavery of blacks was enacted, and it virtually aimed towards the smiting of the political and economical areas of the South. It was during that period that the first assumptions for the African origins of the Egyptian civilization where stated. Writer Frederick Douglas (1817-1895) supported that the ancient Egyptians were normal blacks: “another unfortunate turn coincidence is that the ancient Egyptians were not whites, but undoubtedly they were as black as many of our co-patriots that are now considered genuine Negros.”

Similar were the beliefs of Edwart Wilmot Blyden (1832-1912), who had taken classical studies but held firmly to the African point of view. After he went to Egypt in 1866, he ended up to the conclusion that the pyramids could only be the work of black Africans. “This, I thought, was the work of my African forefathers. I thought I heard the sound of these great Africans, as if I felt the vehemence of their restless spirits who had sent civilization to the Greeks. If only my voice could reach every African on earth, I would say to him with great sincerity. Reclaim your glory!”

The belief that the Egyptian civilization was black continued with the amateur historian W.E.B. du Bois (1868-1963), but also with members of the American freemasons with African origin. In this way a utopian apprehension for ancient Egypt was preserved, where the black population achieved greatness in science, literature and philosophy. The same beliefs are distinguished in the work of Marcus Mosya Garvey (1887-1940), black activist and head of para-political organizations of the black community of America. Garvey wanted to use arguments of historical nature for purposes of pure political character.

By believing that the black race is obviously greater than the white, he considered that the white Greeks and Romans stole their civilization from Egypt. In his essay “Who and What is a Negro? -1923)” he writes “Every unprejudiced student of history knows that the Negro ruled the world when whites where merely savages living in caves; that in ancient years thousands of Negro teachers taught in the universities of Alexandria which was then the center of knowledge; that ancient Egypt gave civilization to the world, while Greece and Rome stole its arts and language and took all its glory to themselves.”

These first afrocentrist writers prompted repeatedly their readers to reject without question all white historians, in a very clear demonstration of racial intolerance. Addressing his readers, Garvey mentions that “The current educational system hides the truth for Negros. Read, for example, that the Egyptians where a great race, also the Carthaginians, the Libyans and others, but they will never tell you they were Negros or black. You should therefore go further than the simple recordings of those events and discover the truth that honors your race”.

The misappropriation of important ancient civilizations, like the Egyptian or Carthaginian, concerns a political reading of history and an ideological abuse of scientific data. And like then, the various shown arguments are in essence of political advisability nowadays. In the 19th century and until the full emancipation of the black population of America, the cultural creativity of the black citizens needed to be demonstrated. Today, within the framework of an arbitrary definition of the multicultural, their catalytic contribution in the birth of western civilization needs to be brought forth. According to a detailed study of afrocentrism “chauvinist historians (of Africa) consider the urgency of destroying the aspects that the Western historiography created. The Egyptian history can be called African in a racial sense, if one assumes that the blood of Negros run freely within the vains of ancient Egyptian” (John Markakis, Pan-Africanism: The Idea and the Movement, Ph.D.Dissertation, Columbia University, 1965).

After the African writers that evolved their afrocentrism as a reaction to the system of colonialism, the link with the recent re-appearance of the ideology is the book Stolen Legacy -1954 of George James. James was a professor of ancient Greek in middle education. In a quite dangerous statement he said that “the term Greek philosophy is in fact wrong because there is no such philosophy. The Greeks did not have a natural ability necessary for the development of philosophy. The Greek philosophy was not invented by Greeks but by the Blacks of Northern Africa, the Egyptians”. James counters the lack of any evidence what so ever using the argument that there is a white European conspiracy from the antiquity until today, in order to hide the contribution of the black race to civilization.

These points re-appeared renewed in the end of the 80’s causing much discussion and raising the reaction of many known scientists for the first time. This happened with a quite ambiguous book, the Black Athena.

Black Athena and the forgery of history


The title itself is provoking: Black Athena : The Afroasiatic Roots of Classical Civilization – the first tome was published in 1987, the second one in 1991. Athena, a symbol of the Greek world, of wisdom and of civilization was according to this book, black. The author of this book is Martin Bernal (born 1937), British from Hebrew descent. In reality Bernal is a sinologist, a researcher of the civilization of China and its neighboring people. As he mentions in the prologue of the first tome (The Fabrication of ancient Greece 1785-1985), his only activity with the subject of the origins of the ancient Greek civilization was a result of a personal crisis , that led him to the approach of his Hebrew roots and identity. During this research he examined the contacts between Greek and Semitic people and concluded to certain ideas that the historical, archaeological and linguist science has never acknowledged.
Bernal considers that the 25% of Greek language is of Semitic origin, 25% is of Egyptian origin, it then allows a percentage of 40-50% to be Indo-European. His basic belief is that the ancient Greek civilization is formed firstly from the civilization of Egypt, and secondarily from Canaanites and Phoenicians.

Bernal distinguishes two general categories of interpreting the origin of the Greek civilization. It is about the Ancient Model and the Aryan model (terminology by Bernal). The Aryan model is younger, it was founded in the 19th century mostly by German researchers and it mostly exists until today. It is the theory of the Indo-European origin of the Greek tribes, which came to Greece in the Bronze Age or sooner (various interesting alterations exist about the theory regarding the initial common cradle of the Indo-Europeans).

The Ancient Model, which according to Bernal the ancient Greeks themselves agreed to, wants the ancestors of the Greeks living as passive elements in simple and primitive societies. The evolution of civilization is attributed to Egyptians and Semites foreigners that dominated the Aegean space causing the cultural explosion of the Greek world. According to this way of thinking, the myths for the arrival of Kadmos are interpreted as an Egyptian – Semitic colonization of Boeotia following the founding of Thebes from eastern elements, while the tradition of Danaus that came to Argos from Egypt concerns the import of Egyptian civilization in the Peloponnese.

Bernal considers that an invasion of Semites Hyksos in the area of Egypt during 1700-1600 BC. The Hyksos, despite the fact that they were of Semitic origin, spread the Egyptian civilization in Greece. Bernal surpasses this paradox by using historical analogy to establish his case. During the spreading and territorial expanding of a nomadic population, that population transfers the civilization of countries it conquered. In the 4th and 5th century BC the arrival of the Huns in Western Europe resulted in the spreading of gothic cultural elements, not the Mongol ones. Also the invasion of the Normans in 1066 in England transferred the French culture to England, rather than the Viking culture which was the initial origin of the Normans. Something similar happened with the Hyksos, who transferred the Egyptian cultural practices. Here Bernal seems to be forgetting that the Egyptians hated the Hyksos as intruders and oppressors. Also that the Hyksos were Semites with a different civilization and that between the two groups there was fierce confrontation that led to the final banishment of the Hyksos from Egypt.

The special characteristics of the Greek civilization thus come from the mass influence resulting from the intruding African-Semitic groups. This fact was saved in the traditions of Greeks speaking of heroes from the East and Egypt, in the narration of Plato for Timaeus, references to the ancient Egyptian wisdom, as well as the names of the gods that are mostly of Egyptian origin.

But how is it that this supposed historical reality, that the ancient Greeks themselves acknowledged, was ignored? Was there a lack of scientific research and ignorance or deliberate suppression and lack of evidence? Bernal believes the second. Here enters the Aryan Model for the origin of the ancient Greek civilization. The forming of the Aryan model in the 19th century rejected the Semitic and Egyptian contribution in the forming of the Greek world for racial and anti-semitic reasons. The German philhellene scholars that established the Indo-European theory with their studies rejected all eastern involvement, because according to Bernal, they were moved by racist and Euro-centered motives. Evolving this opinion further, Bernal concludes that “Philhellenism always had Aryan and racist connections”. (Black Athena vol. I,291). He reaches to the point of accusing European scholars of the 19th century for racial prejudice against the Turks, as far as the Greek revolution was concerned, since they defended the Greeks –an ideal European group according to Bernal- against the Asian Turks. It was not by chance that the Black Athena was deified in Turkey from the local historians and a friendly review is hosted in the official web page of the Turkish Foreign Office. (www.mfa.gov.tr/grupa/percept, article by Orhan Kologlou).

The conscious devaluation and depreciation of the eastern civilization has brought according to Bernal a twisting of historical elements. The purpose of this (so far) two-tome book aims, as the writer himself suggests, “to decrease the European cultural arrogance (Time magazine 23/7/1991). It is a working with clear ideological origins and conscious political purposes.

The first dynamic response to the historical theories of Afrocentrism came from Mary Lefkowitz, a Professor of Classical Studies in the Wellesley College of Massachusetts. With a series of publications, articles, reviews and replies to the American and European press as well as the Internet, Lefkowitz disproved with perfectly structured arguments the positions of afrocentrists and of Bernal for the origins of the ancient Greek civilization.

Moreover Lefkowitz published two books for the whole subject in 1996. The first (Not Out of Africa: How Afrocentrism Became an Excuse to Teach Myth as History, Basic Books 1996) is her detailed review and critical investigation of various positions of afrocentrist writers and simultaneously a historical documentation of real date. In the second work (Black Athena Revisited, The University of North Carolina Press 1996) brings the scientific thoroughness of Lefkowitz and Guy MacLean Rogers and includes various scientific papers from researchers of various backgrounds, archaeologists, historians, linguists, anthropologists. The articles of this tome examine various claims of the Black Athena, rejecting them one at a time.

The impact of these two works has been catalytic for the discussion of afrocentrism in America. These studies highlighted the emptiness of the afrocentrist arguments and of Bernal, and they practically cleared the subject from the academic point of view. Despite all that, the afrocentrists return after their initial retreat. In 1999 the book of an American journalist named Richard Poe was published, called Black Spark, White Fire, underlying the essential contribution of the African civilizations in the development of the European civilization. Poe thinks that ancient Greece accepted a wide colonization of African groups which gave the initiation for cultural creativity. In the end of 2001 Martin Bernal came back with the collective tome Black Athena Writes Back (Duke University Press), where he tries to eliminate the points of various scientists from Black Athena Revisited and rekindle the interest for afrocentrism and its theories that were declining during the last 5 years.

Interpreting the origins of afrocentrism

The historical points of afrocentrism were developed as a reaction to two basic factors: the borderline position of the black population in the American society for decades, and the absence of a brightly recorded historical past. What afrocentrism really aims for is to seize the glory of the Greek civilization with indirect means.

It is common in the area of historiography, peoples and population groups that do not have a field of historical references, where they could go back to in order to confirm their confidence, to replace this lack of history with showing their own structured identities within other collectivities, recognized for their cultural contribution, like Hellenism. In our case the African American community has an indigenous disadvantage: it is historically hovering since their presence in America was the result of an adjacent commercial activity of the White Europeans and Arabs of Western Africa, called slavery.

More specifically, the historical and archaeological theories of afrocentrists and of Bernal, reverse consciously or unconsciously the interpreting scheme of cultural diffusionism from a supreme center. This scheme the afrocentrists reject officially as an ideological product of white colonialism and scientific anti-Semitism. They place ancient Egypt in the center of their scheme, since the Egyptian civilization was indeed a highly valued creation. Afrocentrist writers are not mentioned often, at least the wisest of them, in indigenous African civilizations such as the ones in Mali or Rhodesia because the absence of great historical leftovers does not make it easy for them to develop their theory for the African origin of civilization. On the contrary their efforts are focused on the usurpation of ancient Egypt, which is the real key in the whole debate about afrocentrism.

Were the ancient Egyptians black?

The whole discussion about whether or not the ancient Egyptians were black starts most likely from the confusion or a misreading of physical and cultural geography. Geographically speaking, Egypt belongs to the continent of Africa, but it does not belong there from the cultural point of view. There is no unified African civilization, only local displays. All of Northern Africa above the Sahara desert is culturally similar to the Mediterranean world and much less similar to Western and Central Africa. Before the investigation of racial consistency of ancient Egyptians, we should define that the term “black” does not completely relate to the opinions of ancient Greeks and Romans. As white peoples they would call any inhabitant of the Middle East or of Northern Africa that had even the slightest darker skin color as “black” “dark colored” “colored”. In any case the Greeks distinguished between the Egyptians and the Ethiopians (=people with dark look).

Today’s terminology suggests that the Negros (from latin niger) are blacks, and they historically come from the regions beneath the Sahara dessert. Already from the period of the Ancient Kingdom (3100-2270 BC) the blacks inhabited areas far away from Egypt, the area of Nubia (present day Soudan). The Nubians were indeed a black population and as such they are depicted in the Egyptian art. The Egyptians themselves are depicted as different from the Nubians and in contradistinction to them. The science of natural anthropology considers the ancient Egyptians a race of Mediterranean origin which appeared to have, in a considerable percentage, relativity with the white Indo-European nations. (Loring Brace in the collective tome Black Athena Revisited, The University of North Carolina Press, Chapel Hill and London 1996 and John Baker, Race, Oxford University Press 1974). There was an important percentage of the Egyptian population that resembled white characteristics.

The ancient Egyptian monuments give us many such indications. A mural from the period of the Ancient Kingdom depicts the daughter of Pharaoh Cheops queen Hetep-Heres B, having soft characteristics and blond hair. There are dozens of embalmed bodies widely known as mummies that preserve the Mediterranean anthropological characteristics. Mummies of important individuals, such as of Pharaoh Seti I (1306-1290 BC) have been described by experts to be of Mediterranean type. The case of the embalmed body of Ramses II is well known (exhibited in the Cairo Museum). This mummy has red hair and an anthropological type similar to findings in the European inland. In the same category belong the saved anthropological leftovers of most Pharaohs, especially of the older phases.

A differentiation in the anthropological material and in the yield of characteristics is observed with the declaration to the throne of the foreign dynasty of Nubian princes. In the 8th century BC the Egyptian state was invaded by Nubians, who established the 25th Dynasty (746-655 BC), with Tankhara as the first king. The Egyptians had conscience that they were a different people from their black southern neighbours. This can be also seen in the hieroglyph scriptures depicting the Nubians.

The conquest of Nubia from the Egyptians was complete in 1840 BC from Pharaoh Sesostris III. Sesostris constructed impressive forts in Nubia and in its borders with Egypt in order to defend his kingdom from a possible attack from the black Nubians. The offering column at Semmeh, raised by the Pharaoh characteristically reads “the south border was constructed in the 8th year by the glorious king of Upper and Lower Egypt Sesostris III, to avert any black trying to cross, from water or from land, on ship or any other flock of blacks. Excluded are the blacks coming to trade at Iken or passing through with permission.” (James H. Breasted, History of Egypt, London 1909, 69).

The ancient Egyptians where of Mediterranean origin, Nubians were blacks, as the historical data suggests. The black classical philosopher Frank Snowden urges the afrocentrist writers to study the Nubians as the first black civilization and not as the ancient Egyptians who were something else entirely. Bernal considers that Socrates was of African origin. As evidence he appeals the references of Plato’s and Xenophon’s students that he looked like a Satyr. Also some of the busts that were created after the death of Socrates picture him with a pug nose, wide nostrils and a big mouth, and all these are indications that he was black according to Bernal. In reality the ancient sculptures simply reproduced the ironic observations and the weird comments that spread back then for a man whose ideas attracted public attention. Besides, the ancient Greeks gave rug noses to both Ethiopians and the Scythes that inhabited Southern Russia. If Socrates or one of his ancestors had even slightly dark colored skin that wouldn’t escape the attention of his contemporaries, moreover the attention of the sophists or comedian Aristophanes who satirized Socrates mercilessly.

As far as the question of the anthropological type of queen Cleopatra is concerned, let it be reported that in all known depictions, sculptures and coins, Cleopatra has clearly Mediterranean characteristics. The dynasty of Ptolemy in Egypt had followed the tactic of endogamy while the Greek population kept its distance from the Egyptian residents. The afrocentrists consciously neglect that the dynasty of Ptolemy were princes of Greek origin, not Egyptian. The misconception about Cleopatra came most likely from the selective reading of Shakespeare’s play “Antony and Cleopatra”. The English poet calls Cleopatra tawny and black. However with these adjectives he does not refer to her origin. Shakespeare had relied on Plutarch’s Antony and knew that Cleopatra belonged to the Greek dynasty: “How good she is and worthy as a queen / born of king from a line of kings” (V. ii 326-27, translation by Vasilis Rotas). The adjective black given to her is due to the metaphorical figure of speech that Cleopatra had the sun as her lover while Antony was away.

Conclusions

Afrocentrism, as an ideological and political component, has a specific origin and use. In its current form it is not but a by-product of multicultural political correctness. These trends tend to abolish objectivity itself and the rational establishment of data. The past is relativized and made into a useful tool for anyone that wants to form a specific picture of history, to satisfy selfish political ambitions.